21 Ιουλίου 2016

Πανσέληνος Ιουλίου στον Κόλπο της Γέρας

20 Ιουλίου 2016 με τους φίλους του "Παγγεραγωτικού Πολιτιστικού Συλλόγου Γέρας" .
Ακολουθώντας το δρόμο του φεγγαριού. Από το Πέραμα, στο Μάρμαρο, στους Πύργους, στον Αύλωνα, στον Άγιο Ερμογένη κι επιστροφή στον Κόλπο της  Γέρας, πλευρίζοντας τη Σκάλα Λουτρών, την Κουντουρουδιά , τον Άγιο Ισίδωρο.

20 Ιουλίου 2016

ΔΕΥΚΑΛΙΩΝΟΣ ΚΑΙ ΠΥΡΡΑΣ

Στρατής Γιαννίκος

Μεσάνυχτα επήραν τα βουνά
Αναπαράσταση του μύθου από την Χάρτα του Ρήγα, 1797
Εβάδιζαν μερόνυχτα.
Στους ώμους κουβάλαγαν
Τις αμαρτίες του κόσμου
Όλου
Τόσο,  που να τους ξεπλένει
Ο  Κατακλυσμός
Να μην τους πνίγει η θάλασσα
Τόσο, που ζωντανοί να βγουν.

Κι ανέβαιναν στα ουράνια
Που   ΄ναι  καθάρια τα νερά.
Και φέρναν πάνω τους
Τους λίθους της ζωής
Γιατί τους είπε ο Θεός
Πως πέτρα την πέτρα
Στεριώνει η ζωή.
Κι έριχναν λιθάρια
Ζωντανά
Ξωπίσω τους.
Μπροστά τους ήταν …η ζωή
Και πίσω …η πίκρα της θάλασσας.

Ωσάν ανέβηκαν στην κορυφή
Ένας ήλιος υπέρλαμπρος
Τους απαντά.
Χαμογελούν
Είναι η ώρα της φωτιάς.

Πυρώσαν οι καρδιές τους
Από ανθρωπιά
Κι εκεί ψηλά…
Αφήσαν τη ζωή τους…
Θυμίαμα στα γένη
Τα αυριανά.

Ο ήλιος στην πιο καλή του ώρα
Μεσούρανα βασίλευε.
Την ενάτη ημέρα
Του αμαξηλάτου 
Ηλιού του Προφήτου
Των Αγίων Πατέρων και Μητέρων
Δευκαλίωνος και Πύρρας
Ελλήνων Γεναρχών
Και πάσης εν Θεώ
Ανθρωπότητος.


30 Ιουνίου 2016

Η Θεια – Αριάδνη


Γράφει  ο Δημήτρης Κεφαλίδης


Ο μπάρμπα - Στρατής  και η  θειά Αριάδνη  
Η θεια Αριάδνη* ήταν γειτόνισσα μας στον κάμπο, όπου περνούσαμε τους πιο ζεστούς μήνες της χρονιάς ως του Αγίου Δημητρίου σχεδόν. Τα περιβόλια μας συνόρευαν σε μια πλευρά, αλλά η κατούνα των ήταν στην άλλη άκρη πάνω στην "κεντρική λεωφόρο" της Απιδιάς Λάκκου. Τη Θεια Αριάδνη τη γνώριζα όμως πολύ καλά και γι΄ άλλους λόγους. Συνέβαινε κείνα τα χρόνια ο μπάρμπα-Στρατής, ο άντρας της, να   ’χει μπακάλικο στο χωριό, και για τις ανάγκες της γειτονιάς άνοιγε στον κάμπο -σε μια αποθηκούλα πλάι στην κατούνα- ένα παράρτημα του μαγαζιού του, που το δούλευε ολημερίς εκείνη. Κι  εκεί ήμουν ταχτικός πελάτης για δικά μας ψωνίσματα ή και "χουσμέτια". Και σαν πελάτη μ’ είχε η Θεια Αριάδνη από καλό μάτι που. λέμε.
            Για κακή μου τύχη όμως έλαχε να υπάρχει κι  ένα δεύτερο παράρτημα μπακαλικής στο μαχαλά, του «Τσιφαλελ΄» πεντακόσια μέτρα παρακάτω. Και κάθε φορά που είχα εντολή να ψωνίσω απ’ εκεί, είχα τύψεις πώς να περάσω τον τράφο της θεια Αριάδνης δίχως να πάρει χαμπάρι, πως αλλαξοπίστευσα. Κείνες οι "συμπληγάδες" μου κόστιζαν και ώρα απ’ το παιχνίδι μου να παραφυλάγω πότε θα ‘μπαινε στο σπίτι ή στο μαγαζί, αλλά και νεύρα ώσπου να προσπεράσω απαρατήρητος. Γιατί δεν ήθελα να τα χαλάσω μαζί της, μιας και με είχε σε μεγάλη υπόληψη, αφού ήμουν όπως έλεγε -όχι πως θέλω να το καυχηθώ τώρα στα  γεράματα- το "καλύτερο μουρέλλ’ τ’ς γειτουνιάς μας".

           Ήταν -καθώς λέγαν όλοι- μια επιδέξια νοικοκυρά και τετραπέρατη γυναίκα, ο λόγος της είχε βάρος και οι "συμβουλές" της ζυγίζανε καντάρια. Όλες οι γυναίκες την σέβονταν, την πρόσεχαν και προπάντων την ....άκουγαν. Εκτός από μια τσεκουράτη φωνή, που δεν χάριζε σε κανέναν κάστανα κι  έδινε τον τόνο στη συνηθισμένη βραδινή γειτονιά της ακρογιαλιάς, έπαιρνε πρωτοβουλίες για λειτουργίες στα ξωκλήσια, διοργάνωνε εκδρομές στα Θέρμα, στον
Άγιο Ερμογένη ή σε πανηγύρια. Ποια γυναικούλα να  ‘λεγε «ΟΧΙ» στην Αριάδνη;

            Ένα σπιτικό υπόδειγμα φαμέλιας και τα παιδιά τους, τη λεύτερη ακόμα κόρη των, τη Ρηνούλα –γιατί τη μεγάλη την Άννα, που ‘τανε παντρεμένη στην Αμερική δεν την πρόλαβα- και τους δυο γιους των**, τα ‘χανε στη μικρή μας κοινωνία όλοι για παράδειγμα. Έλαμπε κι  άστραφτε το νοικοκυριό της, οι συνταγές της δίναν και παίρναν για γλυκίσματα, μαγειρευτά, κεντήματα ή γιατροσόφια. Η μεγαλύτερη όμως επίδοσή της ήταν να κουμαντάρει το σπίτι της με σίγουρο και σταθερό χέρι αόρατη.
Τ’ αφεντικό κι ο νοικοκύρης ήταν κι  έμενε πάντα ο μπάρμπα-Στρατής.

...............................
*Αριάδνη Γιαννίκου
** Γιώργος και Μιχάλης Γιαννίκος 

Το παρακάτω κείμενο  στην  πρωτοδημοσιεύτηκε 
στο ΒΗΜΑ της Γέρας 




11 Ιουνίου 2016

O ΦΑΡΟΣ ΣΤΗΝ Α1

Ο Φάρος Κερατσινίου νίκησε τον  Προμηθέα Πατρών (88-78) και πήρε το εισιτήριο για την Α1




2 Ιουνίου 2016

ΣΤΕΛΙΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΝΟΣ- Ο ΔΡΑΓΟΥΜΑΝΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Σήμερα, 2 Ιουνίου 2016 ο  Στέλιος Ευαγγελινός, ο Δραγουμάνος του Θεού,  κίνησε για τους ουρανούς. Ετούτη εδώ η  ανάρτηση είναι έκφραση  ελάχιστης ευγνωμοσύνης, στον άνθρωπο που πρόσφερε τόσα πολλά στον τόπο του, χωρίς να ψωροϋπερήφανεύεται. Σιωπηλός όταν έπρεπε, φωνακλάς όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν, μα πάνω απ' όλα με απέραντη αγάπη για τον τόπο του. Το κείμενο που ακολουθεί εκφωνήθηκε τον Μάρτιο του 2009 στο Πολιτιστικό Κέντρο "Οδυσσέας Ελύτης" στην τιμητική εκδήλωση που διοργάνωσε ο Παγγεραγωτικός Σύλλογος της Γέρας για να τιμήσει τον Στέλιο Ευαγγελινό. 



ΟΙ ΓΕΡΑΓΩΤΕΣ  -  Ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΝΟΣ 
ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑΣ

Γιατί αλήθεια σήμερα μαζευτήκαμε εδώ; Πολλοί ήρθαμε για να τιμήσουμε τον Ευαγγελινό, άλλοι από περιέργεια, κάποιοι για να έχουμε να λέμε κι άλλοι γιατί είμαστε   περήφανοι για τη γλώσσα μας.
Να σας πω το κρίμα μου : Ήρθα από προσωπική σκοπιμότητα. Οι προθέσεις μου δεν είναι τόσο αγαθές. Σας το λέω ωμά: Ήρθα μήπως και καλοπιάσω από τώρα τον Ευαγγελινό, να ‘ χω το ΜΕΣΟΝ.
Γιατί ο Ευαγγελινός  είναι το Μέσον με το Θεό. Ανθρώπους σαν τον   Αγιασώτη Στρατή Αναστασέλλη παλαιότερα και σαν τον κυρ Στέλιο σήμερα, καλό είναι να τους έχεις από κοντά.
Φανταστείτε   λέει να γινόταν τούτες τις μέρες   η Δευτέρα Παρουσία. Θα υπήρχε ένα μεγάλο πρόβλημα. Δεν είναι που όλες οι φυλές του κόσμου θα ανακατεύονταν, είναι που και οι ομοεθνείς που είχαν ζήσει σε διαφορετικές εποχές δεν θα μπορούσαν  να συνεννοηθούν μεταξύ τους.  Ε, λοιπόν η Σοφία του Θεού πρόβλεψε και γι’  αυτό!  Ε, λοιπόν ο Θγιος έχει κάτι τύπους σαν τον Ευαγγελινό  σαν μεσίτες, σαν μεταφραστές , σαν δραγουμάνους.

Πρέπει να το ομολογήσουμε ότι πολλοί   ήρθαμε από ΑΝΑΓΚΗ, γιατί δεν ξέρεις τι μπορεί να σφυρίξει στο  αυτί του Θεού ο κυρ Στέλιος.  Αν ρωτήσεις έναν Γεραγώτη ποιος είναι ο Στέλιος ο Ευαγγελινός, την πλήρη αλήθεια δεν θα την πάρεις. Γιατί ο Ευαγγελινός είναι ο « εαυτός μας» με τα καλά και τα άσχημά του που δεν  τολμάμε να δούμε στον καθρέφτη.  Ο κυρ Στέλιος είναι ο πιο εκφραστικός τύπος του μέσου Γεραγώτη.
Μα    τι το καλό   έχει αυτός ο άνθρωπος;  Μα τι στο καλό  έναν παράξενο βάζει  ο Θεός για  βοηθό, για τσιράκι του; Τι είναι τελοσπάντων αυτό που τον ξεχωρίζει;
Συγχωριανοί ο Στέλιος ο Ευαγγελινός έχει ένα πολύ μεγάλο καλό : Λέει τις αδυναμίες μας, τα ελαττώματά μας , τα ελαττώματά του, ΦΩΝΑΧΤΑ. Όταν ο κυρ Στέλιος  αυτοσαρκάζεται ότι είναι «Γρουσούζης»  καυτηριάζει όχι μόνον τη δική του παραξενιά που μπορεί να έχει ή να μην έχει –  δικό του πρόβλημά του άλλωστε- μα  τις δικές μας παραξενιές.
Και σήμερα που όλοι είμαστε ξαπλωμένοι στους καναπέδες μας και αποχαυνωνόμαστε με τα χαζοκούτια και τα ιντερνέτια, τώρα που κόπηκαν οι βόλτες στην Πατρικού -που δίναν και λίγο αέρα και λαμπηκάραν τα μυαλά μας - τώρα είναι που τον έχουμε περισσότερο από ποτέ ανάγκη.
Κι αν το καλοσκεφτούμε, συνειδητά ή ασυνείδητα, αυτή τη παραξενιά του Ευαγγελινού την εκμεταλλευόμαστε και μάλιστα άγρια. Από το 1965 με το που    έφυγε κι ο τελευταίος άρχοντας από τη Γέρα, εμείς αντί να πάρουμε απάνω μας, γίναμε χειρότεροι απ’ τους αρχόντους, γινήκαμε όλοι αφεντάδες και δικτάτορες του διπλανού μας. Φύγαν το λοιπόν οι ΑΡΧΟΝΤΕΣ και μεις γίναμε οι ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΤΩΝ ΑΡΧΟΝΤΩΝ.  Ως  Άρχοντες όμως  δεν  παύουμε να είμαστε κι άνθρωποι, μας πιάνουν αραιά και πού οι τύψεις και πρέπει να εξομολογούμαστε. Έλα ντε όμως που οι μετάνοιες και οι γονυκλυσίες  δεν  ταιριάζουν  στο αρχοντολόι.  Αλήθεια,  διερωτηθήκατε πώς σκύβουν το κεφάλι οι λόρδοι;
Μα τι λόρδοι θα είμασταν , αν δεν βρίσκαμε τη λύση!  Φορτώσαμε στην καμπούρα του Ευαγγελινού όλα μας τα αμαρτήματα, τα βαρταλαλεί , τα ξεφωνίζει στο τσαρσί ο κυρ  Στέλιος, κι είμαστε μια χαρά.
Τον κυρ Στέλιο ο Θγιός  δεν τον έστειλε τυχαία κι αν πιάσεις τη ζωή του, απ’ την αρχή ίσαμε τώρα, η πορεία του μόνο τυχαία δεν ήταν. Γεννήθηκε στον Παπάδο, παντρεύτηκε την κυρά Ειρήνη και κατοίκησε στον Παλαιόκηπο, πήρε  την ανηφόρα κι έφτιαξε το  φαρμακομάγαζο  στον Σκόπελο, το καλοκαίρι το κουβαλούσε στο Πέραμα. Υπάρχει άραγε πιο Γεραγώτης από εμάς όλους εδώ μέσα; Υπάρχει άνθρωπος που  να   είδε , στον βαθμό που είδε   ο κυρ Στέλιος, τη Γέρα  σαν ενότητα; Την ιδέα αυτή την πέρασε και στα πνευματικά του παιδιά, τον πρεσβύτερο Μάκη, τον Αριστείδη ίσαμε τους νιους που τώρα ακολουθούν τα βήματά του.

Πριν περάσουμε στη νέα γενιά  πρέπει να κάνουμε την παρέκβαση , και να πάμε     στο 1969  την χρονιά   που το γραμμένο στην ντοπιολαλιά    θεατρικό έργο του 19ου αιώνα «ΓΕΡΑΓΩΤΙΚΟΣ ΓΑΜΟΣ», παίχθηκε για τελευταία φορά  στο γήπεδο του Παπάδου. Μια 7ετία αργότερα άρχισε   και   η συστηματική δημοσίευση των ποιημάτων του Ευαγγελινού καλύπτοντας ένα μεγάλο κενό στην ως τότε πνευματική συνέχεια , όσον αφορά τη έντεχνη (;;;;)γεραγώτικη ντοπιολαλιά. Ο κυρ  Στέλιος με δημοσιεύσεις στον τοπικό ,και όχι μόνο, τύπο  κρατάει σε δύσκολους καιρούς τη δάδα αναμμένη και εμπνέει πολλούς νεότερους του (μια αναδρομή στην εφημερίδα και στο περιοδικό ΓΕΡΑ αρκεί να μας πείσει). Την τελευταία 15ετία μας κρατάει  «αποίκο» με το ΤΣΟΠ του. Ο κυρ Στέλιος βοηθάει να μένουμε ξάγρυπνοι, μας σκουντά, παίρνει τη σκυτάλη από την παλιά γενιά  και τη δίνει στη νέα.
Και επανερχόμαστε στους νιους που τώρα ακολουθούν τα βήματά του.  Μα υπάρχουν ; Την εποχή της Παγκοσμιοποίησης που γλώσσες αιώνων , μία – μία σβήνουν  είναι σοβαρά πράγματα να μιλάμε για διαλέκτους, ντοπιολαλιές και κουραφέξαλα; Μα οι νέοι μας ενδιαφέρονται γι αυτά;
Κι όμως υπάρχει συνέχεια. Στη νέα μόδα του facebook   , η πιο δυναμική  λεσβιακή ομάδα που ονομάζεται ΜΥΤΙΛΗΝΙΑ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ   έχει πάνω από 3000 μέλη, νέα παιδιά  20-25 -30 χρονών που επικοινωνούν  ανταλλάσσοντας μηνύματα  στην ντοπιολαλιά.

Στον ίδιο χώρο  μια γεραγώτικη  νεανική ομάδα από 290μέλη  από τα οποία  40 περίπου έχουν ενεργό συμμετοχή, προσπαθούν να φτιάξουν το ΕΔΓΙΣ ΜΛΩ  το επωνομαζόμενο ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ ΤΟΥ ΓΕΡΑΓΩΤΗ . Έχουν αναρτήσει μια «Τράπεζα Καταθέσεων»  με  24 γκισέδες , στην οποία καταθέτουν  αντί χρημάτων λέξεις. Τις λέξεις που δανεισθήκαμε από τους παππούδες και τις γιαγιάδες  μας, τις λέξεις που δανεισθήκαμε από τον πατέρα και τη μάνα μας, τις λέξεις που μάθαμε από το δάσκαλο που μας  έβριζε και μας ξυλοφόρτωνε με το ΤΣΟΠ, εννοώ τον Στέλιο τον Ευαγγελινό. Τις λέξεις  αυτές τις παραλαμβάνει η νέα γενιά για να ταξιδέψει μαζί τους στο μέλλον, να ταξιδεύσει στη ζωή με ανθρωπιά. Γιατί οι λέξεις αυτές κουβαλούν , την ψυχή μας , κουβαλούν ανθρωπιά  κι αυτό δεν είναι και τόσο δύσκολο να το καταλάβουμε. Οι λέξεις αυτές φέρνουν κοντά το χθες και το σήμερα. Οι λέξεις αυτές είναι το ζωντανό Πανεπιστήμιο της ζωής.
Αν διαβάσουμε την ΠΟΛΙΤΕΙΑ του Πλάτωνα θα συναντήσουμε την λέξη «απείκασα», αν  ψάξουμε τους στίχους του Ευαγγελινού θα απαντήσουμε  τη  λέξη «απείκασα», αν κάνουμε μια βόλτα στην αγορά, του  Σκοπέλου και του Παπάδου, αν τριγυρίσουμε στα σοκάκια του  διαδίκτυου    στο ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ ΤΟΥ ΓΕΡΑΓΩΤΗ  θα συναντήσουμε τη λέξη «απείκασα».
Το μήνυμά σου κυρ Στέλιο του «απκάσαμι». Κυρ – Στέλιο σου παραδίδομαι τούτο το μικρό ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ  με ό,τι απκάσαμι απ’ τς αφλουγιές  που απ’ του στόμα ς  ακούσαμι
Δες  μας όμως μ’ αγάπ’ κι μη μας παρς μι του ΤΣΟΠ όσα λάθ΄ κι αν κάναμι.  Κυρ  Στέλιο μικροί και μεγάλοι , παλιοί και νέου  πιστεύουμε σ’ εσένα.
Κυρ  - Στέλιο  όλοι οι Γεραγώτες σ’ αγαπάμε!!!

Κυρ  - Στέλιο  όλοι οι Γεραγώτες σ΄ ευχαριστούμε  !!!   

10 Μαΐου 2016

Ο Δάσκαλος ΘΡΥΛΟΣ*!


 Βασίλης  Ιωάννου, Μαθηματικός. Ο Άνθρωπος που με έκανε να αγαπήσω τα ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ. Έδινε άλλη διάσταση στο μάθημα και ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στους μαθητές. Διατηρούσε τη σοβαρότητά του, χωρίς όμως να διστάζει να κάνει και αστεία όταν έπρεπε. Ήταν από τις εμβληματικές προσωπικότητες των καθηγητών του 8ου Γυμνασίου Αθηνών.  Με αθλητικό παράστημα, κυκλοφορούσε χειμώνα- καλοκαίρι με ελαφρύ ντύσιμο. Έπρεπε να έχει βαρυχειμωνιά για να βάλει μακρυμάνικο. Οι πληροφορίες από συμμαθητές μου που τον έχουν συναντήσει τελευταία, αναφέρουν ότι διατηρείται ακμαιότατος.

*  Θρύλος ,αν και τρελαμένος με την ΑΕΚ.


Η φωτογραφία έχει αναρτηθεί από τον Lyberis Kostas  στην ομάδα   8ο Γυμνάσιο-Λύκειο Αθηνών (Κάτω Πατήσια) του fb

28 Απριλίου 2016

ΟΙ ΑΡΧΟΝΤΕΣ και ΟΙ ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ


Ποτέ δεν είχα προτίμηση στο κόκκινο χρώμα.  Ένιωθα παγερά αδιάφορος στη θέα του. Τούτες όμως τις ώρες,  βράδυ Μεγάλης Τετάρτης, λίγο πριν το ρολόι σημάνει δώδεκα, όλα τα βλέπω κόκκινα, χαρούμενα, ζωηρά. Δεν νιώθω τίποτα από τη θλίψη που ακολουθεί τη Μεγάλη Βδομάδα. Οι στοχασμοί μου πάνε πίσω, χρόνια πολλά. Θυμάμαι, την άνοιξη των παιδικών μου χρόνων, μετρώ όμορφες αναμνήσεις, ανασαίνω έναν αγέρα που πια δεν υπάρχει.
Πρωινό Μεγάλης Πέμπτης. Το κάθε ανοιξιάτικο πρωινό των παιδικών μου χρόνων ήταν που ανάμεσα στις τριανταφυλλιές, τα γιασεμιά και τους κρίνους της αυλής μας άκουγα τη γιαγιά Ελένη να μού διηγείται την ίδια πάντα ιστορία. Το πρόσωπό της έλαμπε, η χαρά της δεν μπορούσε να κρυφτεί. Η μητέρα μου η Χιόνα – Κατερίνα κρυφογελούσε στην κουζίνα.  Όση ώρα η μητέρα έβαφε  κόκκινα τα αυγά, τα πασχαλινά, η ευτυχία έβαφε κόκκινα τα πρόσωπά μας.
« Μεγάλη Πέμπτη μωρέλλιμ’ γέννσα τ’ν  μάνα σ’ !
Μεγάλη Πέμπτη, την ώρα που έβαφα τα αυγά με πιάσαν οι πόνοι.
Μα δεν ήταν πόνοι γέννας μουρέλιμ’ . Άλλ’ πόν’ ήνταν. Λες τσι  η Κστός έπιρνι στου Σταυρό   τσι    τς θκοί μ’  τσ’ πόν’ !»
Δεν έμαθα ποτέ την ακριβή ημερομηνία της γέννησής της. Πάντα γιαγιά και μάνα όταν τις ρωτούσα μου απαντούσαν: « Τι σημασία έχ’ μουρό μ’; Πάσχα ήνταν, Μεγάλη Πέμπτη, τ΄ν μέρα που βάφγιν κότσνα τ’ αυγά».
Σαν μεγάλωσα κι έπρεπε  να δω ημερομηνίες γέννησης, να συμπληρώσω στοιχεία που ζητούσαν δημόσιες υπηρεσίες, να κοιτάξω την ταυτότητά της, έκανα άρνηση να δεχθώ, να εντυπώσω στη μνήμη μου, την ακριβή ημερομηνία της γέννησής της. Για μένα η μάνα μου γεννήθηκε την μέρα που βάφαν οι νοικοκυρές  τα πασχαλινά αυγά, την μέρα που σταυρώθηκε ο Χριστός.  Το βράδυ στην εκκλησιά ένιωθα την κατάνυξη, μα είχα χαρούμενη όψη, τι  σκεφτόμουν   την εικόνα των κόκκινων τριαντάφυλλων της αυλής, την εικόνα της γιαγιάς και της μάνας να χαμογελούν.
Η γέννηση κι ο θάνατος  ήταν για μένα   ανοιξιάτικη υπόθεση. Η γυναίκα γεννούσε αγόγγυστα, το νεογέννητο ερχόταν πεντακάθαρο στον κόσμο, το αίμα δεν συνόδευε τον θάνατο. Κόκκινο χρώμα δεν υπήρχε στη ζωή μου. Το πολύ μια παπαρούνα σπαρμένη στα χωράφια να χαμογελά στα όνειρά μου. Το πολύ δυο κόκκινα χείλη να δίνουν φως, στο φως της άνοιξης.
Τούτες οι σκέψεις ήρθαν σήμερα στο νου, κλείνοντας το βιβλίο του «Άρχοντα της Καρδιάς». Μόλις που τέλειωσα την ανάγνωση του βιβλίου του Ευτύχιου  Βορίδη. Κι είπα τυχαίο δεν είναι παραμονή Μεγάλης Πέμπτης να μιλάω για την ευτυχία της ζωής, να νιώθω «ευτύχιος» κι εγώ που ανατράφηκα σε τούτον δω τον κόσμο. Γιατί τυχαία στη ζωή τα ονόματα δεν είναι, ούτε  τυχαίο είναι  κάπου να χρωστάς τη ζωή σου, ούτε τυχαίο είναι που πραγματικοί άρχοντες είναι οι γιατροί της καρδιάς. Είναι εκείνοι που σε κάνουν να μη φοβάσαι τον θάνατο, μόνο να αγαπάς τη ζωή σε μαθαίνουν.
 Αν είσαι τυχερός και πιστέψεις στους «άρχοντες», σού μαθαίνουν να βγαίνεις νικητής, να προχωράς μπροστά, να παραδέχεσαι πώς ναι κάποτε κι η ζωή έχει ένα τέλος που λέγεται θάνατος, ένα τέλος που δεν μπορείς να το αποφύγεις, ένα τέλος που δεν πρέπει να φοβηθείς. Ένα, όμως, τέλος που δεν πρέπει να γίνει εμμονή. Σού μαθαίνουν πως η μόνη σου στόχευση πρέπει να είναι η ζωή.
Έμαθα να αγαπώ τη ζωή από τη μάνα μου.  Το 1959, τέσσερους χρόνους πριν γεννηθώ,  εγχειρίστηκε από τον Κωνσταντίνο Τούντα  για σθένωση μητροειδούς.  Ήταν από τις πρώτες εγχειρήσεις καρδιάς στην Ελλάδα.  Κι όμως τόλμησε κι έκανε παιδί.  Με έμαθε να ζω  με την πραγματικότητα ενός επικείμενου θανάτου, ενός θανάτου που ποτέ δεν με τρομοκράτησε, ενός θανάτου που θεωρούσε και θεωρούσα φυσιολογική εξέλιξη μιας ζωής που δεν είναι αιώνια. Έζησε 35 ολόκληρα χρόνια μετά την εγχείρησή της, χρόνια που δίδαξε ζωή.
Όπως ζωή διδάσκει κι ο κάθε άρχοντας γιατρός που στέκεται δίπλα στον ασθενή, όπως ζωή  διδάσκει κι  η  αρχόντισσα μάνα που  στέκεται στο προσκεφάλι του παιδιού της. Γιατί η μάνα κι ο γιατρός είναι οι μαχητές της ζωής που γνωρίζουν πως ο θάνατος δεν υπάρχει σαν δεν τον κουβαλάς μέσα σου.




25 Απριλίου 2016

Πρακτικά Έρωτος


Ποίηση Μυρτώς Βαξεβάνη               
    Έκδοση ARS POETICA
                      Δοκιμή προσέγγισης της συλλογής 
                                                      από τον Στρατή Γιαννίκο


Πριν καλά καλά προχωρήσω στην ανάγνωση της ποιητικής συλλογής «Πρακτικά Έρωτος» της Μυρτώς Βαξεβάνη, με προβλημάτιζε ο τίτλος της. Αλήθεια ορίζεται ο έρως; Μπαίνει σε καλούπια; Καταγράφεται σε πρακτικά; Αλήθεια μπορεί να περιγραφεί  στιγμή τη  στιγμή το τρεμούλισμα του φτερωτού θεού; Μπορεί να καταγραφεί ο έρως ως ιδέα κι ο έρως ως πράξη;
Η ανάγνωση της συλλογής απάντησε στα ερωτήματά μου.  Τα «Πρακτικά Έρωτος»  λειτουργούν κι ως καταγραφή πεπραγμένων, αλλά περισσότερο θα ισχυριζόμουν ως  τα βυζαντινά «άκτα», τις επευφημίες δηλαδή των βυζαντινών στον Ιππόδρομο ή και στους δρόμους απ’ όπου περνούσαν οι επίσημοι, στην περίπτωσή μας ο Έρως. Η Μυρτώ λειτουργεί κι ως  βυζαντινή ακτουάριος – πρακτικογράφος των πεπραγμένων του αυτοκράτορος – ρυθμιστού της ζωής Έρωτος, αλλά κι ως μια θεατής που  ακτολογεί,  υμνολογεί,  επευφημεί, δηλαδή,  το διάβα του Έρωτα στις στράτες της ζωής.
Ο ύμνος, ο χαιρετισμός, η χαρά της ζωής. Κι  ο Έρως, ο πανταχού παρόν. Δεν είναι δα τυχαίο ότι στην αρχή των Πρακτικών, μετά την προσήκουσα Επίκληση στη Μούσα, ακολουθεί ΤΟ ΧΑΙΡΕ της Μυρτώς. Το διαχρονικό Χαίρε της Σαπφούς  «Χαίροισα νύμφα, χαιρέτω δ' ο γάμβρος» βρίσκει ανταπόκριση στην ποίηση της Μυρτώς Βαξεβάνη. Στο σημείο αυτό δεν μπορούμε παρά να επισημάνουμε τον γενέθλιο τόπο   της ποιήτριας των «Πρακτικών», μιας και γεννήθηκε στο νησί της λυρικής ποίησης, στη Λέσβο   της Σαπφούς,  και μάλιστα στην περιοχή της  Γέρας, απ’ όπου κι ο  συγχωριανός της Μυρτώς, ο Οδυσσέας Ελύτης έλκει την   καταγωγική του δύναμη.  
Δεν είναι όμως, η συγγένεια της καταγωγής που κάνει να σκιρτούν τα φυλλοκάρδια και το σκίρτημά τους να γίνεται τραγούδι. Είναι η συγγένεια της ομορφιάς που εγείρει τις αισθήσεις. Ο Ρωμανός ο Μελωδός  ύμνησε τον θείο έρωτα με το «Μυρίσαι το άριστον». Τον Ελύτη  το  «Μυρίσαι το άριστον» τον κάνει να βροντοφωνάξει  «τείνω μ’ όλους μου τους πόρους προς ένα – πώς να το πω; - περιστρεφόμενο, εκθαμβωτικό ευ».  Την Μυρτώ αυτό το ίδιο  αιγαιακό «Μυρίσαι το άριστον» την οδηγεί στο δικό της «εκθαμβωτικό ευ», το «Ενάλιον Ευ» της. Έρχεται επιπλέοντας ανάμεσα στα νικηφόρα ελληνικά, ενάλια ευ , όπου ο έρωτας :

Ελλοχεύει.
Εωθινός και
Έσπερος
κι ωραίος
ως Έλλην
σε γη Αιολική.
…..

Φωνή ελληνική, φωνή ερωτική, θε να μας κοινωνήσει στα άδυτα των ουρανών, ναύκληρους ενός ωραίου ταξιδιού, βάζοντας πλώρη ίσια για τα πέρατα των ουρανών, βίρα προς τα   Αστερούσια:

Έπλευσα στη φωνή σου.
Από ανατολή σ’ ανατολή κολύμπησα.
Ούρια έπνευσα

Εκεί που στ’ ανοιχτά πελάγωνα,
όπου  αχανής ορίζοντας ανάμεσο ουρανού κι αλός,
δυο ήλιοι:
Δώρο – αντίδωρο το σκίαστρο τσ’ αλώς τους.

……………….
Την τέλεια ανάδυση
στου έρωτα την αστερούσια κορυφή
μου τάζουν.


Η ανατολή,  η συνδέουσα την πλεύση με την ούρια του έρωτα πνοή. Ο συνδέον ορίζοντας ανάμεσα ουρανού κι αλός. Είναι να τρελαίνεσαι με την ομορφιά δυο ήλιων, την ομορφιά των στίχων, το παιχνίδισμα του φωτοστέφανου της αγίας θάλασσας  με το φωτοστέφανο των ερωτευμένων κορμιών. Δεν γνωρίζω αν ήταν θεία έμπνευση ή τέχνασμα της ποιήτριας, μα  αυτό το σκίαστρο μας πάει σε άλλον κόσμο, πιο φωτεινό. Πώς να τό εκλάβω :«Κι ως σκίζουν τα άστρα τον ουρανό»;  «Κι ως σκιάζει η άλως των ουρανίων σωμάτων την ύπαρξη» ;  «Κι ως σκια», να το  εννοήσω;
Μία μόνο δεκτή, Απόστροφος, απάντηση στα ερωτήματά μου:

Ατρύγητο το πέλαγο και οι φωνές τους ένα.
Μέγα, ατελεύτητο μυστήριο.

            Με τη  Μυρτώ Βαξεβάνη πλουτίζεται  ο  Υδροφόρος Ορίζοντας της γλώσσας μας ως:

            Νεφέλη που βουτάει βαριά
            κι ύστερα παίρνει να νεάζει.
            Νάμα, νερό και ύδωρ νεαρό.
            ……
            Μιας κι είναι…

            λουόμενη, ρευστή η Ευδαιμονία

            Μιας και η πηγή της ζωής, το θαύμα της ζωής, γεννάται μέσα από το υγρό στοιχείο,  Παρά θίν’ αλός:

            Στο φως το νεαρό της πρώτης αλκυονίδας
            η ώρα ήγγικεν να σμίξει το πλην του κόσμου
με τη δικιά μας την κατάφαση:
την πίστη στο θεόρατο το θαύμα.
……………………………………
Σπέρμα πανκάρπιστο στη σύλληψη του τώρα.
……………………………………
τα λαξεμένα τα φιλιά,
τη μνήμη των αιώνων αιτουμένη.

Αυτό το θαύμα το θεόρατο, το επαναλαμβανόμενο θαύμα:

σαν βάζει σκάλα ο επουράνιος τον πάνδημο να βρει

δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά Συγκ- Ερασμός των στοιχείων της φύσης, με λίγα λόγια απλά ποίηση:

Ποίηση η φύση,
Η φύση σου μαζί με τη δική μου,
Η ύλη η σπουδαία, εκείνη των ονείρων.

Γιατί τι άλλο μπορεί να είναι η ποίηση :

παρά στο κάτω –κάτω της γραφής
και στο απάνω –πάνω του έρωτα.

Γιατί ποίηση είναι ουράνια έκρηξη  κι  ένδυση ψυχών και σωμάτων με το πανωφόρι του φωτός. Κι ως μας προτρέπει η ποιήτρια, αναμένοντας την Άφιξη του Έρωτα, ας εξαϋλωθούμε, ας γίνουμε φωτοπερίχυστοι, ας ντυθούμε τ’ αστέρια:  

Να εκραγώ σε εκατομμύρια ερωτόνια,
να φτάσω εκεί να σου φορέσω φώσφορο.

Ας μάθουμε, μας παρακινεί, να πετάμε Σαν Ίκαρος,  χωρίς να φοβόμαστε. Την έγνοια μονάχα να ‘χουμε, πως ανάγκη είναι να απλώσουμε τα φτερά μας κι ας λιώσουν. Γιατί ανάγκη είναι να μάθουμε να πετάμε. Χωρίς να τρέμουμε την κάψα του ήλιου:

Μα  ο ήλιος είν’ ο ήλιος.
Πάνω στη φούρια του  να φέξει
σε παίρνει και καμιά υπεριώδης.
Μα πάντα φέγγει,
καταλάμπει,
κι είν’ οι προθέσεις του από φως.

Τον ήλιο- τον έρωτα δεν πρέπει να σκιαζόμαστε. Στο φως πρέπει με πάθος να δινόμαστε. Μα προσοχή στο άκριτο του φωτός δόσιμο, τι μέγα λάθος, Ύβρις, το ξεστράτισμα από την άλω του φωτός :

Τον έρωτα σου μην κερνάς σε άγονα κι άψυχα κορμιά
που δεν θ’ ανθίσουν πυρκαγιά. 

Σέβας στον έρωτα πρέπει, σαν προσκυνάς τον ήλιο.  Άλλως θα ‘ρθει η στιγμή που Μήνις ασθμαίνουσα  θα μετρά το υπερφίαλο του νου, όταν ασθμαίνοντας  θα έρχονται στο μνήμη σου  οι κούφιες ικεσίες :

Ικέτεψα τον κεραυνό.
Αιτήθηκα νεφέλες,
χίλιες λεπίδες αστραπές

Αν  σόφρων  φερθείς του έρωτα- ήλιου – πατέρα  κι όπως του πρέπει   ανταπόκριση τού δώσεις, τότε έρχεται η ανταμοιβή Έσσεται ήμαρ :

Πάραυτα ουδέν κρυπτόν υπό το φως του.
Ω, τα άλκιμα ταξίδια των ακτιδερών του άκρων
…….
Έσσεται ήμαρ.
και νύκτωρ ακόμα
έσσεται ήμαρ.

Η Μυρτώ Βαξεβάνη με τα «Πρακτικά Έρωτος» επιχειρεί,  όπως  η ίδια μας αναφέρει,  στο τελευταίο ποίημα της συλλογής  Άσκηση του άρρητου, να αντιπαλέψει με το άρρητο,  να ιχνογραφήσει τον Θεό, να εξιστορήσει τα θαύματα του κόσμου, να δώσει χώρο στο ά-χωρο και χρόνο στο ά-χρονο.  Διερωτάται:

Μ’ αντιπαλεύει το άρρητο
με νύχια και με δόντια.
Το γέλιο του ξαπλώνει στο χαρτί μου.
Ποια είμαι εγώ, που μες στις λέξεις τις λιανές
να κλείσω βάλθηκα τα θαύματα,
να ιχνογραφήσω τον Θεό;

Η ερώτηση έχει ήδη απαντηθεί με το γέλιο του Θεού, το γέλιο του Έρωτα, το γέλιο του Ήλιου. Ο ήλιος λάμπει πιότερο όταν ο ποιητής συνομιλεί μαζί του, ο έρωτας φωτίζει περισσότερο όταν ο άνθρωπος εγείρεται. 
Κι ο Θεός μάς κλείνει το μάτι γελώντας επαινετικά,  όταν  «Σπέρνονται γλώσσες» στην «Άσκηση του άρρητου».