7 Μαρτίου 2018

H ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΤΑΞΙΑΡΧΗ και ΟΙ ΓΕΡΑΓΩΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ


     Στρατής Γιαννίκος
                                                                Πρώτη δημοσίευση προ διετίας στην εφ. ΒΗΜΑ της ΓΕΡΑΣ 

Ταξιάρχης,  Ασώματος, Αρχιστράτηγος ονόματα συνυφασμένα με τη  λατρεία των Μυτιληνιών. Στρατής, Στρατούλα,  Μιχάλης, Άγγελος, Ταξιάρχης, Ταξιαρχούλα  τα βαπτιστικά ονόματα που δίνουμε στα παιδιά μας, τιμώντας τον Αρχιστράτηγο, τον προστάτη του νησιού μας. Κι η μέρα της λευτεριάς  η 8η Νοεμβρίου 1912, « η μέρα των Ταξιαρχών/ η μέρα η αγία/ πούρθαν τα βαποράκια/ γεμάτα ελληνάκια», όπως τραγούδησε ο λαός μας.
Ταξιάρχης Μανταμάδου
Το παλλεσβιακό προσκύνημα του Ταξιάρχη Μανταμάδου γιορτάζεται δύο φορές,  στη γιορτή του Ταξιάρχη στις 8 Νοεμβρίου και  στις δεκαπέντε ημέρες της Λαμπρής, την Κυριακή των Μυροφόρων, ημέρα των εγκαινίων του ναού. 
Ο Γεραγώτης Καθηγητής Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Ιωάννης Φουντούλης, βασιζόμενος και σε αναφορά του Μητροπολίτη Μηθύμνης Γαβριήλ (αρχές του 17ουαι.)  πιστεύει  ότι «η αρχική κοιτίδα τιμής του Ταξιάρχη Μανταμάδου  πρέπει να αναζητηθεί στον ειδωλολατρικό ναό του Απόλλωνος ή της Λεσβιακής Τριάδας στα Μέσα, στο κέντρο του νησιού, στον τόπο των Λεσβιακών Αμφυκτιονιών, ο οποίος μετατράπηκε κατά τη βυζαντινή εποχή σε ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ».
Ταξιάρχης Παπάδου
Σε  διάλεξη που πραγματοποιήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 2015 στην "Ακαδημία Αθηνών" με θέμα : «Η παρουσία της Μαρίας Παλαιολογίνας στη Λέσβο και η βυζαντινή παρακαταθήκη της», παρουσιάσθηκε ένα ενδιαφέρον στοιχείο για την ανάγλυφη εικόνα του προσκυνήματος του Ταξιάρχη. Συγκεκριμένα  η εξ αγχιστείας Γεραγώτισσα Αναπληρώτρια  Καθηγήτρια Βυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης του Πανεπιστημίου Αθηνών, κυρία Χαρά  Κωνσταντινίδη, με πλήθος τεκμηριωμένων στοιχείων, υποστήριξε ότι  η εικόνα του Ταξιάρχη Μανταμάδου, όπως και η εικόνα του Ταξιάρχη Παπάδου συνδέονται με τη δυναστεία των Παλαιολόγων και συγκεκριμένα με την ιδιαίτερη τιμή που απέδιδαν οι Παλαιολόγοι στον προστάτη της δυναστείας τους, τον Αρχάγγελο Μιχαήλ.
Ο Παναγιώτης Πανταζής στο 4οτεύχος του περιοδικού «ΓΕΡΑ», αναφερόμενος στις λαϊκές παραδόσεις των Γεραγωτών για τον Ταξιάρχη,  παραστατικά μας περιγράφει τους «Μανταμαδιώτες», τα παλληκάρια του Μεσαγρού, που ξεκινούσαν μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου καβάλα στα άλογά τους προσκυνητές στον Αρχιστράτηγο. Όπως εξηγεί, το έθιμο ξεκίνησε από έναν γεραγώτικο θρύλο, 
σύμφωνα με τον οποίο ένα μελαχρινό παλληκάρι απάλλαξε  τους Μεσαγρινούς από τους νταήδες   που προξενούσαν φασαρίες και προβλήματα στον καφενέ του χωριού. Όταν ο καφετζής ζήτησε να μάθει το όνομά του, ο νέος απάντησε: «Ένας ξένος απ’ το Μανταμάδο».  Οι Γεραγώτες μάζεψαν δώρα και ξεκίνησαν  να βρουν το παλληκάρι. Και «…σαν έφθασαν στον Μανταμάδο καβάλα στα ζώα τους, δεν μπορούσαν να βρουν το παλληκάρι, ώσπου μέσα στην εκκλησία τον αναγνώρισαν στη μορφή του Ταξιάρχη και έπεσαν και τον ανεσπάζονταν».   
Ο Πανταζής  αναφέρει επίσης, έναν άλλο θρύλο σύμφωνα με τον οποίο στην γεωργική περιοχή «Ασώματος» της Γέρας, όπου σήμερα υπάρχει ξωκλήσι του Ταξιάρχη και παλιότερα μοναστήρι, γινόταν τα παλιά χρόνια ένα πανηγύρι.  Ένας  ξένος άρχισε ένα περίεργο τραγούδι: « Χορέψετε νιοι, χορέψετε νιες και δε θ’ αργήσ’ η ώρα/ ν’ αφήσετε τον τόπο σας, να πάτε σ’ άλλη χώρα». Το τραγούδι ερμηνεύτηκε από τον καλόγερο σαν μήνυμα για να προφυλαχτούν,  ότι έρχονται πειρατές. Πραγματικά οι πειρατές έφθασαν κι ο κόσμος  κατάφερε να αντισταθεί με επιτυχία.  Επειδή όμως φοβόντουσαν αντίποινα, εγκατέλειψαν τον τόπο τους κι εγκαταστάθηκαν στον Μεσαγρό. Ο καλόγερος, σύμφωνα με τον θρύλο πήρε το ανάγλυφο εικόνισμα, που υπήρχε στο μονστήρι,  και διαβαίνοντας όρη και λαγκάδια  έφθασε στον Μανταμάδο.  Κατά τον Π.Δ. Πανταζή η παράδοση συνδέει το ανάγλυφο εικόνισμα του Ταξιάρχη Μανταμάδου με τη Γέρα  κι έτσι εξηγείται ο δεσμός της Γέρας με τον Ταξιάρχη Μανταμάδου και το έθιμο τον «Μανταμαδιωτών» που κάθε Πάσχα έρχονται στον Ταξιάρχη για προσκύνημα.
Θυσία βοδιού προς τιμή του Ταξιάρχη.
Σε εκτενή μελέτη  του Στρατή Καραγιασσώτη (« Ο Ταξιάρχης Μανταμάδου και το τάμα του εκ Μεσαγρού Γέρας Γεωργίου Δ. Καραδούκα»  Εφ.ΓΕΡΑ φ.70 & 71), η οποία βασίστηκε σε πλήθος γραπτών και προφορικών πηγών, μεταξύ άλλων μαθαίνουμε και για την ιστορία της μαρμάρινης βρύσης που υπάρχει στην αυλή του «Ταξιάρχη». Η βρύση δωρήθηκε από τον Γεώργιο Καραδούκα το 1907 και φέρει χαραγμένη την επιγραφή : ΤΟ ΥΔΩΡ ΤΟΥΤΟ ΗΓΟΡΑΣΘΗ/ ΚΑΙ ΜΕΤΩΧΕΤΕΥΘΗ ΔΑΠΑΝΑΙΣ ΤΟΥ ΕΚ/ ΜΕΣΑΓΡΟΥ ΓΕΡΑΣ/ ΕΥΣΕΒΟΥΣ κ. Γ.Δ.ΚΑΡΑΔΟΥΚΑ/ ΕΙΣ ΟΝ ΑΪΔΙΟΣ ΟΦΕΙΛΕΤΕ/ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ/ 1907. 
Βρύση στον
αύλειο χώρο του μοναστηριού.
Σύμφωνα με τον Στρατή Καραγιασσώτη, ο Καραδούκας μετανάστευσε στην Αίγυπτο κι εργαζόταν ως προσωπάρχης στη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ, έχοντας μάλιστα το γενικό πρόσταγμα των εγκαινίων που έγιναν το 1869 παρουσία και του Γάλλου μηχανικού Λεσσέψ. Αργότερα ασχολήθηκε με το εμπόριο και τις βαμβακοφυτείες,  επένδυσε τα χρήματα που κέρδισε στην ιδιαίτερη πατρίδα του και έκανε πολλές δωρεές μεταξύ των οποίων και την ανέγερση του Παρθεναγωγείου   Μεσαγρού.  Ο Καραδούκας, ο οποίος είχε τάξει στον Ταξιάρχη ένα τάμα, χρησιμοποιούσε έναν αμαξά για να πηγαίνει από την Κουντουρδιά στη Μυτιλήνη. Μια μέρα ο αμαξάς  του είπε ότι βλέπει συχνά στον ύπνο του έναν μαύρο που του ζητάει επίμονα να θυμίσει στο αφεντικό του να εκπληρώσει το τάμα του. Κατάλαβε ότι ήταν μήνυμα του Ταξιάρχη. Με  έξοδά του μεταφέρθηκε το νερό στον ναό του  Ταξιάρχη από μια απόσταση 5 χιλιομέτρων. Το 1952  οι απόγονοι του    αντικατέστησαν με δικά τους έξοδα τους πήλινους σωλήνες με μεταλλικούς. 
Χαρακτηριστική της αξίας που είχε η μεταφορά του νερού στον ναό είναι και η περιγραφή του πρωτοπρεσβύτερου Ευστρατίου Δήσσου στο βιβλίο του «ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ  ΤΟΥ ΤΑΞΙΑΡΧΗ ΜΑΝΤΑΜΑΔΟΥ»:  « Οι Επίτροποι μετά από την ευχάριστη έκπληξη (της προσφοράς για τη μεταφορά του νερού) και αφού συνειδητοποίησαν αυτό που τους έλεγε ο Καραδούκας, σηκώθηκαν όρθιοι,  και δακρυσμένοι του είπαν ότι αυτό θα είναι το μεγαλύτερο δώρο που δίνεται εις τον ναόν του Ταξιάρχη».
Οι Γεραγώτες πάντα θα   αναζητούμε, πάντα θα  λατρεύουμε τον Ταξιάρχη μας και θα ζητούμε να μας έχει κάτω  από την σκέπη των πτερύγων του. 


2 Μαρτίου 2018

Των θαλασσίων σπηλαίων


Πόση αλήθεια ρυμουλκείται
Παναγιά Κρυφτή - Μελίντα Λέσβος
Στα κατάβαθα των σπηλαίων
Για να κρυφτεί
Σταλαγματιά, σταλαγματιά
Μες στους αιώνες
Αλώβητη από τους ανέμους
Και τις θύελλες;

Στις θάλασσες έρμαιοι κιβωτοί

Ταξιδεύουν
Κρυμμένες αλήθειες.
Αρμυρωμένες για να αντέχουν

Κι είναι που τις συναντά
Ο ήλιος μεσοπέλαγα
Κι όμως δεν τις λαβώνει  
Τις παραστέκει
Σηματωρός και βοηθός
Κι  Άι Σωτήρας

Τοξεύοντας  το μέλλον
Τις οδηγεί στα κρυφά μυστικά
Στα μύχια σπήλαια της Ιστορίας

Λάθη ψυχή μου δεν συναντάς
Στη θάλασσα
Στα σπήλαια δεν φωλιάζει η πίκρα

Μόνο μια αχτίδα αρκεί
Να ξεφύγει  απ’ την πορεία της
Να οδηγεί το βλέμμα, τα χέρια
Την ψυχή των ανθρώπων
Στην εύρεση
Στην Επιφάνεια
Στου κλειδιού το γύρισμα
Που αντιστρέφει τον χρόνο


Για να φανεί στην Πλάση
Ολόφωτη η αλήθεια
Η ταξιδεύτρα
Των θαλασσών
Των αρχαίων σπηλαίων
Η λάμπουσα
Παρακοιμώμενη

                                Στρατής Γιαννίκος


29 Ιανουαρίου 2018

Του Άι Θεράποντα τα μαστόρια !

Για να μπορείς να πιστεύσεις στη ζωή, πρέπει να πιστεύσεις στο θαύμα!

         Κι είναι το θαύμα που ακροβατεί ανάμεσο ουρανού και γης! Είναι οι τρούλοι που σε πάνε στα ουράνια και μαστόρια που χαμογελούν με τα σφυριά στα χέρια και τα καρφιά στα δόντια. 
         Για να δαγκάσεις τη ζωή πρέπει ν’ ανέβεις στα ουράνια. Σαν δεν μπορείς, βρίσκονται στο δρόμο σου παπάδες που πετάνε στην άκρη τα καλυμαύχια. Ανεβαίνουν στην πιο ψηλή την κορυφή της εκκλησιάς, για να πετάξουν οι προσευχές τους ακόμη πιο ψηλά κι απόκριση να πάρουν παρευθείς απ’ τον Θεό. 

Πετάνε στους ουρανούς οι φωνές μας. Κάτω η αγορά δεν χαμπαριάζει από ύμνους. Ο φτερωτός θεός, της αγοράς ο μπαγαμπόντης, σουλατσάρει αμέριμνος στην πολύβουη Ερμού. Τα μαστόρια ντούκου ντούκου συνεχίζουν το έργο τους. Τα βαπόρια σφυράνε αμέριμνα. Οι ταξιδιώτες ακουμπισμένοι στην κουπαστή στρέφουν τη ματιά τους στον Άγιο Θεράποντα. Περιπατητές της παραλίας μιας κοιτάνε τη θάλασσα κι ύστερα από τις κόγχες του τρούλου η ματιά τους μαγνητίζεται. Ποιοι αλήθεια δεν νογούν τις ροές του χρόνου, που μια μπρος μια πίσω μάς πάει; 

 Μόνο σημάδι, μόνη πυξίδα, μόνη ασφάλεια στις μεταβολές του κόσμου, στις αλλαγές του χρόνου είναι τούτος εδώ ο τρούλος. Τόσο δεμένος με τη γης, τόσο κοντά στον ουρανό. Κι είν’ τα μαστόρια του που τον κρατάνε στο ύψος του!

30 Δεκεμβρίου 2017

Αυτογνωσία και Ωραιοσύνη του Έλληνα


                                                                   Στρατής Γιαννίκος
Όρμα στα κάστρα Στρατηγέ .
Ψηλά το  ευαγγέλιο
 παπά της ρωμιοσύνης.
Τη  Γνώση αρπάχτε ,
απ’ τα μαλλιά.
Ο Πατριάρχης στην Ίμβρο  (φώτο Π. Βογιατζής)
Να ξεψειρίσουμε  το μέλλον
Ψείρα την ψείρα
Αγνωσία τ  αγνωσία.
Και λιβανίστε  
Κι εξορκίστε το κακό.

Αχ, αυτή η αμάθεια…
Τι στρατούς, αλήθεια,
 χρειάζεται.
Να εφορμούν, εφ’ όπλου λόγχη
Στους άφρονες των Ελλήνων νόες !

Τιμή και χρέος  ιερό
την αλφαβήτα
Οι οδηγοί
Της ρωμιοσύνης  
Ξανά να μας διδάξουν

Το Άλφα  της Αυτογνωσίας,
προπάντων το ξε- βόλεμα του Γένους,
 εκεί  στους δέλτους της σοφίας,
στο δέλτα των ποταμών της γνώσης,
εκεί που συναντιούνται κι
«Ελλάς, Ελλάς  ζητωκραυγάζοντας»
προτρέπουν :

«Ήττα δεν θέλει,
στο μυαλό να κουβαλάς
Ισχύς μόνον Ισχύς».


Τότε θα αναθαρρήσει  και…
Κραταιά και Λάμπουσα
 η Μάνα Ελλάδα
Νοημοσύνη θηλάζοντας
Ξεστήθωτη   θα βυζαίνει
τους βλαστούς  του Ομήρου.

Είναι τότε που …
των Πελασγών οι Ροές
 Στρατιές,  Ταξιαρχίες και
 Ύψιστες Φρουρές…
Θα χαράζουν το μέλλον-
 Θα κυριεύουν τα κάστρα.
Θα ψαχουλεύουν τ’ αστέρια.

Είναι τότε που…
μιας νέας ημέρας η  ανατολή
με οδύνη θα  γεννά
το Μέγα των Ελλήνων Άλφα.

Την Αυτογνωσία, την Ωραιοσύνη
 Του Έλληνα .
                                                                                            30 Δεκεμβρίου 2017 


4 Δεκεμβρίου 2017

Η ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ και ΟΙ ΠΕΙΡΑΤΕΣ


Μικρός δεν έδινα σημασία στην γιορτή της Αγίας Βαρβάρας. Ίσως γιατί ποτέ δεν έτυχε να πάω ποτέ στο πανηγύρι της στα Πάμφυλα, ίσως μού φαινόταν βαρβαρικό το όνομα, πιθανόν γιατί η γιαγιά μου η Παφλιώτισσα με είχε ζαλίσει με τη Αγιά Βαρβάρα της.
Η γιαγιά Ελένη πηγαινοερχόταν  δυο μήνες στα Πάμφυλα, δυο μήνες στη Γέρα.  Τη θυμάμαι σαν  μια άκακη γυναίκα, που δεν μπορούσε κανείς να την πει παλαβοπαφλιώτισσα. Ίσως   η απότομη «προσγείωσή» της στη Γέρα να την ανάγκαζε να καταχώνει στα τρίσβαθα της ψυχής της  το παφλιώτικο κουσούρι της,  την ιερή  των Παμφύλων τρέλα.  Όμως σαν που πέρναγαν τα χρόνια άρχισα  να καταλαβαίνω πως με  μπόλιαζε κι εμένα σαν ήμουνα μικρός, σιγά σιγά, με το παφλιώτικο μικρόβιο.
 Τους βροχερούς χειμώνες οι ιστορίες έπαιρναν και έδιναν. Μα, σαν πλησίαζε ο Δεκέμβρης η γιαγιά συνέχεια μιλούσε για την Αγιά Βαρβάρα, την «Βαρβαρούδα» της, όπως την έλεγε. Και δώστου το τροπάριο «Βαρβάραν τν γίαν τιμήσωμεν· χθρο γρ τς παγίδας συνέτριψε, κα ς στρουθίον ἐῤῥύσθη ξ ατν, βοηθεί κα πλ το Σταυρο πάνσεμνος». Αυτό πια το «Βαρβάραν τν γίαν τιμήσωμεν» το είχα μάθει απέξω κι ανακατωτά.  Και να ρωτάς τη γιαγιά τι είναι μαθές αυτό το «στρουθίον» και να σού λέει άλλα λόγια να αγαπιόμαστε.   Εκείνο όμως που κέντριζε τη φαντασία μου ήταν η ιστορία της Αγιά Βαρβάρας, όπως μου τη διηγότανε και άντε κάθε χρονιά η ίδια ιστορία κι οι ίδιες αναπάντητες ερωτήσεις.
Είχε, μού έλεγε, το χωριό κάμποσους πύργους που μέσα τους κλείνονταν για ασφάλεια οι νοικοκυραίοι σαν που έβγαιναν στη στεριά οι πειρατές. Και μπέρδευε η καημένη τους πειρατές με τους Τούρκους κι όταν την ρώταγα «ποιοι κάναν την επίθεση οι τούρκοι για οι πειρατές» μού έβαζε φρένο στις απορίες:
«Του ίδιου καν’  ! Τι τούρκοι, τι πειρατές! Άκγει να μαθαίνς».
Δεν έδινα  συνέχεια στις απορίες, μα άκουγα  ευλαβικά πώς έσωσε κάποτε το χωριό από τους τουρκοπειρατές η Αγιά Βαρβάρα. Ήταν  μια τρομερή επιδρομή, δεν είχαν σκοπό να ορμήσουν, ως συνήθως,  μια –δυο ώρες στο χωριό κι ό,τι αρπάξουν. Ασκέρι ολάκερο είχε έρθει  τούτη τη φορά. Όσος κόσμος πρόλαβε κλείστηκε στους πύργους και πολλοί μέσα στην εκκλησιά παρακαλούσαν την Αγιά Βαρβάρα.  Δεν θυμάμαι καλά, αν ήταν της γιαγιάς η διήγηση ή η φαντασία μου έπλαθε την εκκλησιά μεγάλη σαν κάστρο. Και δώστου να ορμούν οι πειρατές με σκάλες, να μπουν από τα παράθυρα. Μα, τα λόγια της γιαγιάς τα τελευταία τα θυμάμαι πολύ καλά.
« Σαν βάζαν μουρέλλιμ τς σκάλις να ανεβούν στα παραθύρια, νόμζις πους  πέφταν αστραπές στα χέρια ντουν. Στραβώναν τα δαχτύλια ντουν, τσι πέφταν απ’ τις σκάλις. Πήραν τότις θάρρους οι Παφλιώτις πους η Αγιά Βαρβάρα τς προυστατεύβγ’, τς αρχίσαν να τς πιτούν καμένα  λάδια. Καμέν΄  τσι  σκουτουμέν’ , τα παρατήσαν απ’ τουν φόβου ντουν, τσι απού τότις δεν ξαναφανήκαν πειρατές στου χουριό».



25 Νοεμβρίου 2017

ΤΑΞΙΑΡΧΕΛΛΙΜ’


                                                       του Στρατή  Γιαννίκου

Η μάνα να περπατά στα κύματα! Άγιος Νικόλαος, Πάμφυλα!  

     Γεννήθηκε αντίκρυ της Ανατολής. Στα νησέλλια της πάμφυλης ανατολής, ολημερίς, σεργιανούσε. Από χιόνι ο τόπος της δεν γνώριζε. Πού και πού μια δυο μέρες του χειμώνα να άσπριζαν οι νιφάδες το χωριό της.  Ως νύμφη ανύμφευτη,   την μεγαλώναν οι γονιοί της  κι οι τρεις αδελφοί, διπλά και τρίδιπλα την αγαπούσαν.
Κι ως  σπάνιο το χιόνι, σπάνια κι η αδελφή κι η κόρη. Απαλό, λευκό, κάτασπρο το δέρμα  της , «λευκοτέρα χιόνος», που θα ‘λεγε κι ο θείος Πλάτων. Χιόνα την παρωνόμιασαν κι ως χιόνα απαλή  καλοσυνάτη αποκρίνοταν  στα καλέσματα των δικών της κι έλιωνε  για τον καθένα τους.
Μα σαν ήρθε η ώρα της παντρειάς,  πιάστηκε η καρδιά της σαν είπαν να την ζευγαρώσουν σε ξένο τόπο  τριγυρισμένο από βουνά. Μα, πάντα πρόθυμη κι υπάκουη στους δικούς της, έσφιξε την καρδιά της κι είπε να αφήσει τις ομορφιές της Ανατολής. Ήρθε ξένη, σε τόπο  σκληρό στα ανθρώπινα αισθήματα. Μόνη της παρηγοριά, πότε να ‘ρθει η άνοιξη ν ‘ ανθίσουν οι τριανταφυλλιές της αυλής, να ευωδιάσει η νυχτιά και να φωτιστεί    από τα λευκά του γιασεμιού άνθη.  Κι έτσι, φωτίζονταν η ψυχή της και άντεχε ως να ‘ρθει το καλοκαίρι της, να κατεβεί στις δροσιές και στα νερά του  περιβολιού, να νιώθει την αύρα της θάλασσας και να θυμάται την πάμφυλη πατρίδα.
Κι άντεξε έναν και δυο και τρεις χειμώνες με συντροφιά του Ταξιάρχη τα φτερά. Τι ο άγγελος μηνύματα απαντοχής της έστελνε, ξένος κι αυτός σε τόπο άξενο. Δεν άντεξε η καρδιά της, μαχαίρι στα σωθικά ο κάθε πικρός λόγος. Στενός ο τόπος, στένωσαν οι βαλβίδες της καρδιάς, μα η Χιόνα στο τέλος άντεξε. Κι είπε στα πόδια μου θα σταθώ, θα πολεμήσω.
Λαβωμένη ήταν σαν γέννησε τ’ αγόρι της κι είπε να το  αφιερώσει στων Ουρανίων Στρατηγών τον Αρχιστράτηγο. Τον βάφτισε Στρατή. Με προσευχές περάσαν οι χειμώνες της Χιόνος. Πάντα στο ίδιο το στασίδι, πίσω  από το αριστερό ψαλτήρι κάθε Κυριακή, να κοιτάζει λοξά, απέναντί της, τη θεόρατη τοιχογραφία του Ταξιάρχη και να μονολογεί μια στον μικρό Στρατή και μια στον Ταξιάρχη. Κι ως ο ιερέας διακονούσε τον Θεό κι  ανθρώπινες ικεσίες μεταβίβαζε στους ουρανούς, η λειτουργία της  Χιόνας ήταν το μωρό της.
Μιας που κοίταζε τον μικρό Στρατή κι έλεγε:
_ Μουρέλλι μ’ συ! Μουρέλλι μ’  συ!  
Και μιας  τον Ταξιάρχη:

_ Ταξιαρχέλλιμ’  συ ! Ταξιαρχέλλιμ’ συ! Βουήθα του μουρέλλιμ’ !

22 Σεπτεμβρίου 2017

Γεια σου Γενιά!

ΑΝΑΒΑΣΗ ΣΤΟΝ ΚΑΡΥΩΝΑ, Καλοκαίρι του 2006 ή 2007. Η φωτογραφία αναρτήθηκε στο Φατσοτέφτερο (fb) . Ο Στρατής Καραγιασσώτης, δεύτερος από αριστερά (πάντα!) σχολιάζει:  
 Με επιμονή και συνέπεια, υιοθετώντας στάση ζωής, “τον τραχύ του Αγίου δρόμο ανεβαίνει” . 















Γεια σου Γενιά!
Ψηλά την είχαμε την πατρίδα αδελφέ. Κι όσους σκοπέλους κι αν  είχε η ζωή, οι  αναποδιές δεν μας πτοούσαν. Κι είπαμε ότι βαστάμε γερά στις ανηφοριές. Κι ανηφορίζαμε τα σκαλοπάτια στο καλντερίμια του Σκοπέλου. Να βλέπουμε από ψηλά. Να δούμε τη Γέρα μας από τον Καριώνα. Κι ακόμη πιο ψηλά.
Εσύ ένας  Καράς Αγιασσώτης να παίρνεις το δρόμο για την Αγιασσώτισσα την Παναγιά και να  μας οδηγείς. Μια στάση μοναχά στα Καλά Περβόλια, να ξαποστάσουμε απ’ τον αγώνα. Γιατί αγώνας ήταν η ζωή με πάντα υψωμένη, σφιχτή τη γροθιά. Και ανοιχτά τα μάτια. Και φανταζόμασταν τον τόπο μας σαν ένα κόρφο, μιαν αγκαλιά που χωρά όλον τον κόσμο. Κι ερχόμασταν στα λόγια του Οδυσσέα  κι αναρωτιόμασταν : -Εξόριστε ποιητή στον αιώνα σου, λέγε τι βλέπεις; Αλήθεια, πόσες φορές δεν μας προϋπάντησες με αυτόν τον στίχο στο στέκι της Τιμοκρέοντος;



Κι έβαζες τον σπόρο της αναζήτησης. Και ψάχναμε και ψάχναμε σε παλιά κιτάπια, σε μαρτυρίες  παππούδων, γιαγιάδων,  στις αφλουγιές των γερόντων, στις παντουθειές γειτόνισσες, στα λόγια του καφενέ της Πέρα Βρύσης, στα λόγια της ντοπιολαλιάς μας, τα ανερμήνευτα.
- Ε, ρε  Τιν’, ε ρε Καστρά, ε, ρε Στρατή Καρά τι σπόρους άφησες πίσω σου.
Να ξέρεις βλασταίνουν τα χωριά μας. Καρπούς βγάζουν τα χωράφια μας. Κι η Γέρα πρασινίζει από ομορφιά. Γιατί η Γέρα μας Στρατή είναι απέθαντη. Την προστατεύουν η Παναγιά η Μαγδαληνή, την προστατεύει ο Άγιος Γρηγόρης με τα κρυμμένα στη σπηλιά του μυστικά.  Γιατί στη στράτα μας για τα γεραγώτικα, για τ’ αγιασώτικα βουνά, οι Γεραγώτες θα συναντούν μυρτιές, μυρτίνες, παναγιές. Στο διάβα μας θα συναντούμε συνοδοιπόρο Εκείνον, τον τραχύ δρόμο του Αγίου να ανεβαίνει. Γιατί στο δρόμο μας Εκείνος, ο Θγιος, ο Ταξιάρχης, ο Ασώματος, στη  Γέρα θα ακουμπά τα δάχτυλα και τα πέντε θα ανάβουνε χωριά: Εξουσία και κλήρος της γενιάς μας.
Γεια σου γενιά! Σαν πιεις, σαν ξεδιψάσεις, εκεί που πας, στης Αψηλής, της Πέρας Βρύσης τα νερά, μην μας ξεχνάς. Ορμήνευε μας από ψηλά πώς τους Σκοπέλους της ζωής να προσπερνούμε.
Γεια σου αρχηγέ! Γεια σου αδελφέ!

Το Νοέμβρη του 1999 ,ο Παγγεραγωτικός των Αθηνών , παράλληλα με την εκδήλωση αφιέρωμα στον Νομπελίστα Ποιητή Οδυσσέα Ελύτη , πραγματοποίησε και έκθεση Γεραγωτών ζωγράφων που κράτησε 10 ημέρες .

Στη φωτογραφία , που είναι από την έκθεση , φαίνονται από αριστερά οι ζωγράφοι :
Μανώλης Τζανής , Στρατής Ταμβακέρας , Αλέξανδρος Βακιρτζής και ο τότε πρόεδρος του Παγγεραγωτικού Συλλόγου Αθήνας , Στρατής Καραγιασσώτης .

 Στην έκθεση συμμετείχαν 28 Γεραγώτες ζωγράφοι με 66 δημιουργίες τους . Ανάμεσα τους και οι , Στρατής Αξιώτης , Στρατής Γαβαλάς , Γιώργος Πέρρος , Βασίλης Βαγιάννης , Στρατής Ταμβακέρας , Αλέξανδρος Βακιρτζής , Γρηγόρης Γλιγλής , Ηώ Αγγελή , Σαπφώ Βογιατζή , Βγένα Κωνσταντινίδη , Βασίλης Πανταζής ,Στρατής Ζάνταλης κ.α

7 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΣΕΙΣΜΟΣ του 1867 μέσω των δημοσιευμάτων της ΑΜΑΛΘΕΙΑΣ

Ο  σεισμός,  μεγέθους 6,8 Ρίχτερ, συνέβη στη Λέσβο στις 7 Μαρτίου 1867  (23 Φεβρουαρίου 1867 με το παλαιό ημερολόγιο ) και ήταν καταστρεπτικότατος.

Δημοσίευμα 24ης  Φεβρουαρίου 1867 


                        Δημοσίευμα 3ης   Μαρτίου 1867 








Δημοσίευμα 10ης   Μαρτίου 1867  




Δημοσίευμα 17ης   Μαρτίου 1867  







Δημοσίευμα 31ης   Μαρτίου 1867