16 Ιουλίου 2019


ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ :

Η συνύπαρξη φτερωτών και ανθρώπων

                                       Στρατής Γιαννίκος

Επιστροφή. Μεγάλη λέξη και δύναμη απέραντη θέλει να πάρεις το δρόμο της. Πάντα οι άνθρωποι ονειρεύονταν να πετάξουν. Να ελευθερωθούν από τα δεσμά της γης. Κι έπλασαν θεούς και παραδόσεις. Τον Ερμή, τον Δαίδαλο, τον Πήγασο, τους Αγγέλους, μα και τα Χελιδόνια.
Ο χρόνος μηδενίζεται σαν βγάλεις φτερά. Κοιτάς από ψηλά τη γης και νογάς την μικρότητα του κόσμου μας και το απέραντο του σύμπαντος. Κάθε πέταγμα είναι και μια επιστροφή στην Μεγάλη Μητέρα, στην πριν από τη γέννηση πατρίδα. Τίκτεσαι, αναγεννάσαι,  αενάως επιστρέφεις στην πρότερη ζωή σου κι αντλείς δύναμη από το πρώτο σπόρο  της γης που σε βλάστησε.
Ποια αλήθεια ηλιακή  πυξίδα σε οδηγεί στο δρόμο της επιστροφής, χελιδόνι μου; Ποια αλήθεια σε οδηγεί κατάματα να λογιάζεις τον ήλιο; Ποιος μαγνήτης σου δείχνει το βορρά φτερωτό μου;

Είναι τα «άφθαρτα βορινά άστρα» που τρεμοπαίζουν και χαράζουν την πορεία σου. Και ίπτασαι αγέρωχο πάνω από την καυτή έρημο, κουρνιάζεις τα βράδια στις χαραμάδες των πυραμίδων, πάνω από τους κίονες του ναού της Ίσιδας, ακούς τους λαρυγγισμούς   των ιέρειων της Αστάρτης, ξελογιάζεσαι με το φλοίσβο των μινωικών ακτών … και χίλια, μύρια κύματα διαβαίνεις και θάλασσες περνάς,  για να βρεις απάγκιο στο παραθύρι κάποιου νησιώτικου σπιτιού. Εκεί ψηλά, στα μέρη τα πλάνα της αιγαιακής ανατολής, στα μέρη της Τρωάδας και της Αιολίας.

Τα όρνια, τα αρπακτικά, οι καταιγίδες κι οι μανιασμένοι αγέρηδες δεν θα σταθούν εμπόδιο στο διάβα σου. Τι είναι η θέληση της επιστροφής. Κι είναι το σπίτι σου σπίτι μου κι είναι η μπουκιά  μου μπουκιά σου.
Μοιραζόμασταν χρόνια και χρόνια την ίδια φωλιά, το ίδιο σπιτικό. Και επιστρέφαμε πάντα στον ίδιο τόπο. Μα ήρθε χρονιά που ξεχάστηκα. Επέστρεψα βιαστικός στο νησί και σε λησμόνησα. Ήταν τότες που άνοιξα το κλειστό παράθυρο κι έσκαψα_ κατά λάθος, πάνω στη βιάση μου_ τη φωλιά σου. Κι αναρωτήθηκες, προβληματίσθηκες μην άλλαξα γνώμη για την αγάπη μου. Κι έφυγες, με άφησες μόνο, να θλίβομαι για την απερισκεψία μου, να αναρωτιέμαι για το φευγιό ή την επιστροφής σου.
Μα οι αγάπες που γυρνάν πίσω τα χρόνια, είναι στέρεες. Το επόμενο καλοκαίρι, ήρθα  ξανά στον τόπο που με γέννησε. Άνοιξα με προσοχή το παραθύρι της Ανατολής. Όπως παλιά, με σεβασμό στον φτερωτό μου συγκάτοικο. Κι είδα την κωνική σου φωλιά αλλαγμένη, ίσια, επίπεδη στο κάτω μέρος  της, άφηνε χώρο στα κανάτια των παραθυρόφυλλων.
Ήταν  η μόνη επίπεδη στη βάση της φωλιά χελιδονιών που ήξερα. Το παραθύρι μου ανοιχτό να μπαίνει φως της Ανατολής και νιόφερτα χελιδονόπουλα να τιτιβίζουν. Η συνύπαρξη  φτερωτών κι ανθρώπων στο γείσο ενός παραθύρου, που  ζητούν την αναβάπτισή τους στα νάματα και στον αγέρα   της  αιώνιας επιστροφής.


27 Ιουνίου 2019

Ελιά και Ποίηση


Είναι να μην σε πιάνει απογοήτευση ! Να έχεις χάσει δουλειά  εικοσαετίας.Να έχεις χάσει   όλα τα  ηλεκτρονικά σου αρχεία και να μην απογοητεύεσαι. 
Είναι η θεία ανταπόδοση στην ψυχραιμία που έδειξες να βρίσκεις-εντελώς αναπάντεχα-έναν ξεχασμένο  φάκελο στη βιβλιοθήκη σου. Ένα ημερολόγιο τάξης. Μια υπέροχη δουλειά των μαθητών της Στ΄τάξης του 6ου Δημοτικού Σχολείου Πειραιά (σχ.έτος 2003-2004) με τίτλο :  "ΕΛΙΑ και ΠΟΙΗΣΗ" 
















2 Μαΐου 2019

Ο Προμαχώνας του Ταξιάρχη


Στρατῆς Γιαννῖκος

Στην ερημία του Θεού, στη ρεματιά της Αμαλής είναι μια εσχατιά γης. Κείθε έχει ο λαός χτίσει πέτρα την πέτρα το ξωκλήσι Του. Ασπίδα φωτός το περιβάλλει. Η φύση αντιστρέφει τους κανόνες της.  Το μάρμαρο, η πέτρα, το κεραμίδι λιώνουν τη φωτιά.  Ο ουρανός συναντά τη γη, οι θάλασσες τους ποταμούς. Οι οχτροί δεν τολμάν να το πλευρίσουν. Είναι λέει, το λημέρι του Αϊστράτηγου. Είναι η προφυλακή, ο προμαχώνας  του φύλακα- άγγελου    της φυλής μας.
Στο κάθε λιτρίδι, στην  κάθε πέτρα του,  η ανάσα του   Ταξιάρχη  μας, του Μέγα  Στρατόνικου. «Θεού στρατηγός τιμή την σπάθην φέρων» και ξωπίσω του να στοιχίζονται ιερείς, πιστοί, μετανοούντες αγαρηνοί, χελιδονόπουλα, γλαρόνια και της γης τα  έρποντα σαμιαμίδια.
 Κι ένα  μαύρο σκυλί με τη λευκή γαστέρα να κείτεται στη σκιά του ξωκλησιού, στη δροσιά του αείζωου πυρός. Έτοιμο να σε οδηγήσει στις ουράνιες του Αγγέλου στράτες. Δεν θα αρνηθεί ποτέ το κάλεσμα των ανθρώπων, δεν θα γαβγίσει την αδυναμία σου, δεν θα κουνήσει ποτέ την ουρά στη χαρά σου. Μόνο που θα είναι εκεί να σου δείξει πώς η απόσταση του Θεού από τον άνθρωπο είναι ένα βήμα δρόμος.
 Δεν είναι ο δρόμος του Θεού μακρινός. Ένα φτερούγισμα αγγέλων είναι που μας χωρίζει από τα μυστήρια των ουρανών. Κι είναι αυτά τα μαύρα σκυλιά με τη λευκή γαστέρα που κουβαλούν το μήνυμα. Φτάνει να έχεις ώτα ευήκοα και μάτιά ορθάνοιχτα. Να ανακαλύψεις  στο ένα μάτι του σκυλιού το χρώμα του γάλακτος, το πάλλευκο  της αλήθειας    που περιβάλλει τη γαλάζια απεραντοσύνη. Να δεις  στο άλλο μάτι το μαύρο της καμένης γης, της  γης που εγκατέλειψες άσπαρτη.
Κι έπειτα να προσευχηθείς, τουτέστιν να αφεθείς στον κόσμο με το μέσα της ψυχής, το αλώβητο.  Κείνη την ώρα το όραμα θα αποκαλυφθεί του Μέγα Ταξιάρχη. Ολόρθου καβάλα   σε περήφανο φαρί να  περιφέρει τη ρομφαία, λογχίζοντας ουρανούς και πέλαγα.
Τότε  ράτσα μου θα έχουν  φουσκώσει τα στήθη σου   μ’ ουράνιο φως, τα μπράτσα σου με την αρμύρα της θάλασσας. Τότε θα σμίγει η Δύση με την Ανατολή κι ο Ταξιάρχης Στρατόνικος θα χάνεται με ένα τεράστιο χαμόγελο, πέρα μακριά στις Νήσους των Αργινουσσών, πέρα  στα βάθη της θάλασσας.




1 Μαΐου 2019

H ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΤΑΞΙΑΡΧΗ και ΟΙ ΓΕΡΑΓΩΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ


Γράφει ο Στρατής Γιαννίκος


Ταξιάρχης,  Ασώματος, Αρχιστράτηγος ονόματα συνυφασμένα με τη  λατρεία των Μυτιληνιών. Στρατής, Στρατούλα,  Μιχάλης, Άγγελος, Ταξιάρχης, Ταξιαρχούλα  τα βαπτιστικά ονόματα που δίνουμε στα παιδιά μας, τιμώντας τον Αρχιστράτηγο, τον προστάτη του νησιού μας. Κι η μέρα της λευτεριάς  η 8η Νοεμβρίου 1912, « η μέρα των Ταξιαρχών/ η μέρα η αγία/ πούρθαν τα βαποράκια/ γεμάτα ελληνάκια», όπως τραγούδησε ο λαός μας.
Το παλλεσβιακό προσκύνημα του Ταξιάρχη Μανταμάδου γιορτάζεται δύο φορές,  στη γιορτή του Ταξιάρχη στις 8 Νοεμβρίου και  στις δεκαπέντε ημέρες της Λαμπρής την Κυριακή των Μυροφόρων, ημέρα των εγκαινίων του ναού. 
Ταξιάρχης Παπάδου
Ο Γεραγώτης Καθηγητής Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Ιωάννης Φουντούλης, βασιζόμενος και σε αναφορά του Μητροπολίτη Μηθύμνης Γαβριήλ (αρχές του 17ουαι.)  πιστεύει  ότι «η αρχική κοιτίδα τιμής του Ταξιάρχη Μανταμάδου  πρέπει να αναζητηθεί στον ειδωλολατρικό ναό του Απόλλωνος ή της Λεσβιακής Τριάδας στα Μέσα, στο κέντρο του νησιού, στον τόπο των Λεσβιακών Αμφυκτιονιών, ο οποίος μετατράπηκε κατά τη βυζαντινή εποχή σε ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ».
Σε  διάλεξη που πραγματοποιήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 2015 στην "Ακαδημία Αθηνών" με θέμα : «Η παρουσία της Μαρίας Παλαιολογίνας στη Λέσβο και η βυζαντινή παρακαταθήκη της», παρουσιάσθηκε ένα ενδιαφέρον στοιχείο για την ανάγλυφη εικόνα του προσκυνήματος του Ταξιάρχη. Συγκεκριμένα  η εξ αγχιστείας Γεραγώτισσα Αναπληρώτρια  Καθηγήτρια Βυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης του Πανεπιστημίου Αθηνών, κυρία Χαρά  Κωνσταντινίδη, με πλήθος τεκμηριωμένων στοιχείων, υποστήριξε ότι  η εικόνα του Ταξιάρχη Μανταμάδου, όπως και η εικόνα του Ταξιάρχη Παπάδου συνδέονται με τη δυναστεία των Παλαιολόγων και συγκεκριμένα με την ιδιαίτερη τιμή που απέδιδαν οι Παλαιολόγοι στον προστάτη της δυναστείας τους, τον Αρχάγγελο Μιχαήλ.
Ο Παναγιώτης Πανταζής στο 4οτεύχος του περιοδικού «ΓΕΡΑ», αναφερόμενος στις λαϊκές
Εφ. Πρωινή 21/5/1937
παραδόσεις των Γεραγωτών για τον Ταξιάρχη,  παραστατικά μας περιγράφει τους «Μανταμαδιώτες», τα παλληκάρια του Μεσαγρού, που ξεκινούσαν μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου καβάλα στα άλογά τους προσκυνητές στον Αρχιστράτηγο. Όπως εξηγεί, το έθιμο ξεκίνησε από έναν γεραγώτικο θρύλο,  σύμφωνα με τον οποίο ένα μελαχρινό παλληκάρι απάλλαξε  τους Μεσαγρινούς από τους νταήδες   που προξενούσαν φασαρίες και προβλήματα στον καφενέ του χωριού. Όταν ο καφετζής ζήτησε να μάθει το όνομά του, ο νέος απάντησε: «Ένας ξένος απ’ το Μανταμάδο».  Οι Γεραγώτες μάζεψαν δώρα και ξεκίνησαν  να βρουν το παλληκάρι. Και «…σαν έφθασαν στον Μανταμάδο καβάλα στα ζώα τους, δεν μπορούσαν να βρουν το παλληκάρι, ώσπου μέσα στην εκκλησία τον αναγνώρισαν στη μορφή του Ταξιάρχη και έπεσαν και τον ανεσπάζονταν».   
Ο Πανταζής  αναφέρει επίσης, έναν άλλο θρύλο σύμφωνα με τον οποίο στην γεωργική περιοχή «Ασώματος» της Γέρας, όπου σήμερα υπάρχει ξωκλήσι του Ταξιάρχη και παλιότερα μοναστήρι, γινόταν τα παλιά χρόνια ένα πανηγύρι.  Ένας  ξένος άρχισε ένα περίεργο τραγούδι: « Χορέψετε νιοι, χορέψετε νιες και δε θ’ αργήσ’ η ώρα/ ν’ αφήσετε τον τόπο σας, να πάτε σ’ άλλη χώρα». Το τραγούδι ερμηνεύτηκε από τον καλόγερο σαν μήνυμα για να προφυλαχτούν,  ότι έρχονται πειρατές. Πραγματικά οι πειρατές έφθασαν κι ο κόσμος  κατάφερε να αντισταθεί με επιτυχία.  Επειδή όμως φοβόντουσαν αντίποινα, εγκατέλειψαν τον τόπο τους κι εγκαταστάθηκαν στον Μεσαγρό. Ο καλόγερος, σύμφωνα με τον θρύλο πήρε το ανάγλυφο εικόνισμα και διαβαίνοντας όρη και λαγκάδια, έφθασε στον Μανταμάδο.  Κατά τον Π.Δ. Πανταζή η παράδοση συνδέει το ανάγλυφο εικόνισμα του Ταξιάρχη Μανταμάδου με τη Γέρα  κι έτσι εξηγείται ο δεσμός της Γέρας με τον Ταξιάρχη Μανταμάδου και το έθιμο τον «Μανταμαδιωτών» που κάθε Πάσχα έρχονται στον Ταξιάρχη για προσκύνημα.
Σε εκτενή μελέτη  του Στρατή Καραγιασσώτη (« Ο Ταξιάρχης Μανταμάδου και το τάμα του εκ Μεσαγρού Γέρας Γεωργίου Δ. Καραδούκα»  Εφ.ΓΕΡΑ φ.70& 71), η οποία βασίστηκε σε πλήθος γραπτών και προφορικών πηγών, μεταξύ άλλων μαθαίνουμε και για την ιστορία της μαρμάρινης βρύσης που υπάρχει στην αυλή του «Ταξιάρχη». Η βρύση δωρήθηκε από τον Γεώργιο Καραδούκα το 1907 και φέρει χαραγμένη την επιγραφή : ΤΟ ΥΔΩΡ ΤΟΥΤΟ ΗΓΟΡΑΣΘΗ/ ΚΑΙ ΜΕΤΩΧΕΤΕΥΘΗ ΔΑΠΑΝΑΙΣ ΤΟΥ ΕΚ/ ΜΕΣΑΓΡΟΥ ΓΕΡΑΣ/ ΕΥΣΕΒΟΥΣ κ. Γ.Δ.ΚΑΡΑΔΟΥΚΑ/ ΕΙΣ ΟΝ ΑΪΔΙΟΣ
ΟΦΕΙΛΕΤΕ/ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ/ 1907. 
Σύμφωνα με τον Στρατή Καραγιασσώτη, ο Καραδούκας μετανάστευσε στην Αίγυπτο κι εργαζόταν ως προσωπάρχης στη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ, έχοντας μάλιστα το γενικό πρόσταγμα των εγκαινίων που έγιναν το 1869 παρουσία και του Γάλλου μηχανικού Λεσσέψ. Αργότερα ασχολήθηκε με το εμπόριο και τις βαμβακοφυτείες,  επένδυσε τα χρήματα που κέρδισε στην ιδιαίτερη πατρίδα του και έκανε πολλές δωρεές μεταξύ των οποίων και την ανέγερση του Παρθεναγωγείου   Μεσαγρού.  Ο Καραδούκας, ο οποίος είχε τάξει στον Ταξιάρχη ένα τάμα, χρησιμοποιούσε έναν αμαξά για να πηγαίνει από την Κουντουρδιά στη Μυτιλήνη. Μια μέρα ο αμαξάς  του είπε ότι βλέπει συχνά στον ύπνο του έναν μαύρο που του ζητάει επίμονα να θυμίσει στο αφεντικό του να εκπληρώσει το τάμα του. Κατάλαβε ότι ήταν μήνυμα του Ταξιάρχη. Με  έξοδά του μεταφέρθηκε το νερό στον ναό του  Ταξιάρχη από μια απόσταση 5 χιλιομέτρων. Το 1952  οι απόγονοι του    αντικατέστησαν με δικά τους έξοδα τους πήλινους σωλήνες με μεταλλικούς. 
Χαρακτηριστική της αξίας που είχε η μεταφορά του νερού στον ναό είναι και η περιγραφή του πρωτοπρεσβύτερου Ευστρατίου Δήσσου στο βιβλίο του «ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ  ΤΟΥ ΤΑΞΙΑΡΧΗ ΜΑΝΤΑΜΑΔΟΥ»:  « Οι Επίτροποι μετά από την ευχάριστη έκπληξη (της προσφοράς για τη μεταφορά του νερού) και αφού συνειδητοποίησαν αυτό που τους έλεγε ο Καραδούκας, σηκώθηκαν όρθιοι,  και δακρυσμένοι του είπαν ότι αυτό θα είναι το μεγαλύτερο δώρο που δίνεται εις τον ναόν του Ταξιάρχη».
Οι Γεραγώτες πάντα θα   αναζητούμε, πάντα θα  λατρεύουμε τον Ταξιάρχη μας και θα ζητούμε να μας έχει κάτω  από την σκέπη των πτερύγων του. 

29 Απριλίου 2019

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ και ΤΟ ΑΦΕΝΤΟΠΟΥΛΟ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ



Στρατής Γιαννίκος 


Ο Άγιος Γεώργιος (280 - 23 Απριλίου 303) είναι ένας από τους δημοφιλέστερους  αγίους στον χριστιανικό κόσμο.  Ήταν αξιωματικός στη φρουρά του αυτοκράτορα Διοκλητιανού και καταδικάσθηκε σε μαρτυρικό θάνατο επειδή  αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει. Σύμφωνα με   παράδοση ο Πασικράτης, ο πιστός υπηρέτης του,  παρέλαβε το λείψανο του Γεωργίου, μαζί με αυτό της μητέρας του και τα μετέφερε στη Λύδα της Παλαιστίνης.  
            Στις προ της εικονομαχίας  αναπαραστάσεις ο άγιος εμφανίζεται   ως πολεμιστής με πανοπλία, δόρυ και ασπίδα.  Οι απεικονίσεις του ως  έφιππου εμφανίζονται τον 10ο αιώνα.  Είναι γνωστή η παράδοση της  σωτηρίας της βασιλοπούλας . Στην πόλη Σίλενα της Λιβύης υπήρχε μια πηγή από την οποία οι κάτοικοι μπορούσαν να προμηθευτούν νερό μόνον αν πρόσφεραν δύο πρόβατα καθημερινά, έπειτα έναν άνθρωπο και ένα πρόβατο, και τελικά τα παιδιά και τους νέους τους, που επιλέχθηκαν με κλήρωση. Ο κλήρος κάποτε έπεσε και στην κόρη του βασιλιά. Η βασιλοπούλα όταν είδε να καταφθάνει ο Γεώργιος, τον προέτρεψε να απομακρυνθεί. Ο άγιος όμως τραυμάτισε τον δράκοντα με τη λόγχη του  και τον σκότωσε.
             Σε μερικές απεικονίσεις,  που αναφέρονται στην παραπάνω παράδοση,  εικονίζεται έναν νέος να κρατά ένα κύπελλο ή μία υδρία και να κάθεται στο πίσω μέρος , στα καπούλια του αλόγου.  Τον 19ο αιώνα έγιναν πολλές συζητήσεις και υποθέσεις για το ποιος μπορεί να είναι ο νέος. Υποστηρίχθηκε ότι πιθανόν να είναι το πορτραίτο του δωρητή της εικόνας,  το όνομα του οποίου  συναντάται, όπως και σήμερα, συνήθως στο κάτω μέρος της εικόνας. Ο Clermont-Ganneanu υποστήριξε ότι το πρόσωπο που συνοδεύει τον άγιο ήταν γυναίκα που κρατά υδρία και σύμφωνα με την    άποψή του, το θηλυκό άτομο αντικαταστάθηκε από μια φιγούρα νεαρού άνδρα, συνέκρινε μάλιστα     την παράδοση με τον μύθο του Ήβης και του Γανυμήδη.
            Ο Γερμανός φιλόλογος Johann B. Aufhauser  αναγνώρισε στο πρόσωπο του νέου  τον υπηρέτη του Αγίου Γεωργίου τον Παγκράτιο  ή  Πασικράτιο, ο οποίος υπήρξε και αυτόπτης μάρτυρας του μαρτυρίου του αγίου και    συγγραφέας  της  βιογραφίας του. Το 1913 ο  Aufhauser        δημοσίευσε τρεις εκδοχές της ιστορίας, βασιζόμενος σε ιστορικά στοιχεία της εποχής  το για τη σωτηρία του νέου χάρις στη   παρέμβαση του αγίου.  

            Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, που βασίζεται σε κείμενο   του 11ου αιώνα [Heteron thayma peri tou arpagentos neon από Syria (De iuvene Paphlagonesi capto)] οι Αγαρηνοί σε επιδρομή στην Παφλαγονία αιχμαλώτισαν πολλούς ανθρώπους, μεταξύ των οποίων κι  ένα νεαρό αγόρι που ήταν υπηρέτης στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στην Φάτρη της Παφλαγονίας. Ο νέος  ήταν τόσο όμορφος που επιλέχθηκε ως υπηρέτης του εμίρη.  Επειδή, όμως, αρνήθηκε να γίνει μουσουλμάνος, στάλθηκε για να εργαστεί στην κουζίνα. Ο νέος προσευχόταν στον Άγιο Γεώργιο κι ένα βράδυ  άκουσε μια φωνή   από την αυλή και καλούσε το όνομά του. Το αγόρι άνοιξε την πόρτα και είδε έναν αναβάτη που τον άρπαξε και τον έβαλε πίσω του, πάνω στο άλογο. Ο Άγιος Γεώργιος έφερε τον νέο  και τον άφησε σε ένα μοναστήρι, που ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο  και στη συνέχεια εξαφανίστηκε. Ο νέος εξαντλημένος αποκοιμήθηκε.  Το επόμενο πρωί   οι μοναχοί που τον αντίκρισαν φοβήθηκαν,  γιατί το ντύσιμο με αραβικά ρούχα του νέου πρόδιδαν την παρουσία εχθρών. Το αγόρι διηγήθηκε την ιστορία του και καθησύχασε τους μοναχούς, οι οποίοι δοξολογούσαν τον Θεό για τη διάσωση του νέου.

              Μία πιο σύνθετη εκδοχή του θρύλου σώζεται σε ένα χειρόγραφο που έγραψε ο μοναχός Θεοφάνης το έτος 1028, που φυλάσσεται στη Συνοδο λογική Βιβλιοθήκη της Μόσχας (Codex Mosquensis 381, σελ. 11-16v). Σύμφωνα με αυτήν υπήρχε κάποιος Βυζαντινός αξιωματούχος με το όνομα Λέων,  η γυναίκα του Θεοφανώ και το παιδί τους που  το ονόμασαν Γεώργιο προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου. Όταν οι Βούλγαροι, επί Νικηφόρου Φωκά, επιτέθηκαν στο Βυζάντιο, ο πατέρας του Γεώργιου ήταν γέρος και δεν μπορούσε να ακολουθήσει στην εκστρατεία , γι αυτό και τον αντικατέστησε ο γιος του Γεώργιος.  Πριν ξεκινήσει η εκστρατεία οι γονείς του  πήγαν στην εκκλησία, όπου ο Γεώργιος είχε βαφτιστεί, και ο πατέρας επικαλέστηκε στον ομώνυμο άγιο προστάτη την προστασία του γιου του. Ο βυζαντινός στρατός νικήθηκε, ο  νεαρός Γεώργιος, αιχμαλωτίσθηκε  από τους Βούλγαρους και  ήταν τόσο όμορφος που ο ηγεμόνας  τους τον έκανε οινοχόο του  και τον κράτησε  στην κατοικία του. Οι γονείς του αγοριού προσεύχονταν στον Άγιο Γεώργιο να απελευθερώσει το παιδί τους.   Την ημέρα της γιορτής του Αγίου Γεωργίου , ο Βούλγαρος ηγεμόνας διέταξε το αγόρι να φέρει νερό για πλύσιμο των χεριών του κατά τη διάρκεια του δείπνου στο παλάτι. Ενώ το αγόρι πήγαινε έφερνε το νερό με ένα δοχείο ζεστό νερό και μια πετσέτα, ο άγιος που εμφανίστηκε  με ένα άσπρο άλογο, διέταξε το αγόρι να καθίσει πίσω του και αμέσως μετέφερε τον νέο στο σπίτι του

με θαυματουργό τρόπο. Αρχικά, οι γονείς του αγοριού  όταν είδαν τα βουλγαρικά ρούχα και το δοχείο  με τον ατμό λιποθύμησαν, ενώ οι τρομοκρατημένοι καλεσμένοι άρχισαν να φωνάζουν. Μόνο μετά από λίγα λεπτά, όταν όλοι τους αναγνώρισαν το γιο του Λέοντα, άρχισαν να γιορτάζουν λόγω της θαυματουργής του επιστροφής και έπιναν το ζεστό ακόμα νερό από την κανάτα. Οι προσευχές των ευχαριστιών  στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου διήρκεσαν όλη τη νύχτα. Ο Γεώργιος έδωσε το κύπελλο, το οποίο είχε φέρει για να χρησιμεύσει ως δισκοπότηρο . Ο Leopold Kretzenbacher αναγνωρίζει τα πρόσωπα των ηρώων και τα γεγονότα ως εξής: Τους γονείς του Γεώργιου ταυτίζει  με τον Δομέστικο  Λέοντα Φωκά και τη σύζυγό του Θεοφανώ.  Την ήττα του στρατού τη συνδέει με τη μάχη στον ποταμό Αχελώο κοντά στην Αγχίαλο στις 20 Αυγούστου 917. Σε αυτή τη μάχη ο Βυζαντινός στρατός, υπό την διοίκηση του Λέοντα, νικήθηκε από τον Βούλγαρο Τσάρο Συμεών


Η τρίτη εκδοχή του μύθου, σώζεται μόνο σε μεταγενέστερα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης χειρόγραφα, με  την παλαιότερη έκδοση να περιλαμβάνεται στον κώδικα Vaticanus 1190, που καταγράφηκε από τον John Presbyter το έτος 1542.  Η ιστορία αναφέρεται στη διεθνή βιβλιογραφία ως «Ο Άγιος Γεώργιος και ο Νέος από τη Μυτιλήνη». Σύμφωνα με αυτήν στη Μυτιλήνη   υπήρχε εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο. Οι Σαρακηνοί  πειρατές από την Κρήτη σχεδίαζαν  επίθεση εναντίον  του νησιού  και επέλεξαν την ημέρα της γιορτής του αγίου, όταν όλοι οι κάτοικοι ήταν μαζί στην εκκλησία για να γιορτάσουν. Μεταξύ αυτών που αιχμαλωτίσθηκαν ήταν ένας νέος και πολύ όμορφος γιος μιας χήρας. Ο Εμίρης της Κρήτης τον έκανε προσωπικό του υπηρέτη. Για μια ολόκληρη χρονιά η απελπισμένη μητέρα προσευχόταν στον Άγιο Γεώργιο με την ελπίδα να πάρει τον γιο της πίσω. Την ημέρα του πανηγυριού του Αγίου, δηλαδή την επέτειο της απαγωγής του γιου της  από τους Σαρακηνούς,  ζήτησε με ιδιαίτερη θέρμη από τον Άγιο Γεώργιο   να ελευθερωθεί ο γιος τη.  Τη στιγμή   που ο νέος  έδινε ένα ποτήρι κρασί στον εμίρη εμφανίστηκε  απροσδόκητα ο Άγιος Γεώργιος σε ένα άσπρο άλογο, έπιασε το αγόρι και τον έφερε στο σπίτι της μητέρας του . Όλοι οι κάτοικοι της Μυτιλήνης θαύμασαν τον άγιο για την διάσωση του νέου.   Το ιστορικό υπόβαθρο της παράδοσης πιθανόν να έχει σχέση με την κατάσταση στα νησιά του Αιγαίου στον 9ο ή τον 10ο αιώνα και συγκεκριμένα με την αραβική κυριαρχία στην Κρήτη (824 έως 961) και την επίθεσή τους στη Λέσβο (περίπου το 867).


            Θα ήταν παρακινδυνευμένο να  εικάσουμε επιβίωση μύθων που διατήρησε η προφορική παράδοση, όπως τον μύθο του Γανυμήδη (υπηρέτη οινοχόου), ο οποίος αρπάχτηκε από τη γειτονική Τρωάδα, την αρπαγή του Γανυμήδη από τον  Δία, ο οποίος μεταμορφώθηκε σε αετό, το αντίτιμο τριών αλόγων  που πλήρωσε ο Δίας στον πατέρα Τρώα (ύπαρξη αλόγου), το ότι η μητέρα του Καλλιρόη και ο πατέρας του ο ποταμός Σκάμανδρος έχουν σχέση με το νερό, ότι τον Γανυμήδη οι αρχαίοι τον ταύτισαν με το θεό των πηγών του Νείλου, ότι ο Γανυμήδης είναι ο Υδροχόος του ζωδιακού κύκλου και προσωποποιεί το ανεξάντλητο νερό των σύννεφων που γονιμοποιεί τη γη. Ούτε θα επεκταθούμε στους μύθους του Περσέα και της Ανδρομέδας.
Ο Άγιος Θεόδωρος σκοτώνει τον δράκοντα κι  ο Άγιος Γεώργιος τον εχθρό
            Σήμερα μπορεί να μην υιοθετούμε εύκολα τέτοιες νοητικές υπερβάσεις- ακροβασίες. Η φαντασία του λαού, όμως, η ανάγκη του να διατηρήσει  την  παλιά του πίστη  μέσα από τις  νέες συνθήκες  που έχει -αναγκαστικά ή μη- παραδεχθεί  ή  υιοθετήσει, ζωντανεύουν τους μύθους και τους γονιμοποιούν με νέες   ιστορίες .  Κάπως έτσι η ιστορία του Άγιου Θεόδωρου που σκότωνε τον δράκοντα και η ιστορία του    Αγίου Γεώργιου  που σκοτώνει έναν εχθρό αντιστράφηκαν.  [Ο Θεόδωρος σκοτώνει έναν δράκο και ο Γιώργος έναν ανθρώπινο εχθρό. Μονή Αγίας Αικατερίνης, Σινά, 9ος ή 10ος αιώνας] . Και παρόμοια παραδείγματα αντιστροφής ρόλων μεταξύ Αγίου Θεοδώρου και Αγίου Γεωργίου στις αγιογραφήσεις  υπάρχουν και είναι πολλά στη χριστιανική αγιογραφία.
  
            Επιλογικά να αναφέρουμε ότι στο Εκκλησιαστικό Μουσείο Μυτιλήνης υπάρχει μια εικόνα που δείχνει έφιππο τον Αϊ – Γιώργη και πίσω του στα καπούλια του αλόγου να κάθεται ο «Νέος της Μυτιλήνης»   κρατώντας μια υδρία στο χέρι. Η εικόνα μεταφέρθηκε στο μουσείο από   την εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας  Παμφύλων Λέσβου. Επίσης στην Ιερά Μονή Πρεβέλης υπάρχει εικόνα του Αγίου Γεωργίου με τον Νέο της Μυτιλήνης που χρονολογείται γύρω στα 1600.
Ο Άγιος Γεώργιος και ο Νέος της Μυτιλήνης, Εκκλησιατικό Μουσείο Μυτιλήνης
             Μήπως ο νέος από τη Μυτιλήνη είναι το «ΑΦΕΝΤΟΠΟΥΛΟ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ» που αναφέρει ο Κορνάρος στον «ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ»; Η εποχή σύνθεσης του «ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ» και η εποχή σύνθεσης της αγιογραφίας είναι πολύ κοντινές. [Στο τέλος του κειμένου παραθέτουμε τους στίχους του «ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ»].  Για το πώς βρέθηκε το Αφεντόπουλο της Μυτιλήνης  στην Κρήτη γεννιούνται διάφορα ερωτήματα: Είχε  σχέση με τα αρχοντόπουλα του Βυζαντίου; Τα αρχοντόπουλα του Μάρκου Σανούδου; ή μήπως με το Νικηφόρο Φωκά παλαιότερα και τους πειρατές αφού κι ο Μανταμάδος Λέσβου υπέφερε από την πειρατεία; (βλέπε παράδοση του Ταξιάρχη). Κι αν είναι έτσι μήπως γι αυτό και το τραγούδι του Αϊ Γιώργη που τραγουδούσαν στο Μανταμάδο οι νιές; Γιατί στη Μονή Πρεβέλης; Μήπως γιατί  το όνομα του Ακάκιου Πρέβελη, του πρώτου ηγούμενου,   προέρχεται από το λατινικό Praevalens( ο διακεκριμένος) , πράγμα που  μας δείχνει την αριστοκρατική  καταγωγή του ηγούμενου;
Ακολουθούν οι στίχοι του «ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ» του Βιτσέντζου Κορνάρου  και το «Τραγούδι του Αϊ – Γιωργιού» που τραγουδούσαν παλιότερα οι νιές του Μανταμάδου
ΑΦΕΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ
Ο πρώτος οπού μ' Αφεντιές ήρθε την ώρα εκείνη,
        ήτονε τ' Αφεντόπουλον από τη Μυτιλήνη.
Εις ένα-ν άλογον ψαρόν πιτήδειος Καβαλάρης,  
        όμορφος, αξαζόμενος, κ' ερωτοδιωματάρης.
Τα ρούχα οπού σκεπάζασι 'ποπάνω τ' άρματά του,
        μπλάβα με τ' άστρα τα χρουσά [ήσα' για] φορεσά του.
K' εις τ' άρματα τση κεφαλής είχε σγουραφισμένο
        ψηλό βουνί, κ' εις την κορφή λαφάκι δοξεμένο
κ' εφαίνετό σου, εστρέφετο, τη σαϊτιάν εθώρει,
        και να τη βγάλει εξάμωνε, κ' εκείνο δεν εμπόρει.
Στο Λάφι-ν αποκατωθιό ελέγαν τα γραμμένα
        "Δέτε, και λυπηθείτε με, εις τά'χω παθωμένα.
Ίδρωσα, κ' επαράδειρα, έτσι ψηλά να σώσω,  
        κι ως ήσωσα, ελαβώθηκα, στέκω να παραδώσω."

Πάγει ζιμιό και προσκυνά, του Βασιλιού σιμώνει,
        και τ' όνομά του γράφουσι, καθώς το φανερώνει.
Δημοφάνης εκράζετο τ' αγένειο παλικάρι,
        πολλά τον ετρομάσσασι εις τσ' αντρειάς τη χάρη,  
πολλά τον ερεχτήκασι για τ' όμορφά του κάλλη.
        Εσύρθηκε στον τόπον του, για να'ρθουσι κ' οι άλλοι.

  

           
  Το " ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΪ _ ΓΙΩΡΓΙΟΥ",
που τραγουδούσανε στη γιορτή του οι κοπελιές στο Μανταμάδο:

«Άγη μου Γιώργη, Γιώργη μου
κι άγη μου καβαλάρη,
άγιους είσι στη θουριά
κι άγιους στα κάλλη.
Μα μεσ’ σι κείνου του χουριό
είχι δράκου μιγάλου,
σα δε ντου δίναν άθριπου
κάθι προυί στην ώρα,
πουτές δεν άφηνι νιρό
να πιει κάτου η χώρα.

Κι ρίξανι τα μπουλιτιά
σι μια βασιλουπούλα,
οπού την είχ’ η μάνα της
μία κι μουναχούλα.
Κι η βασιλιάς σαν τάκουσι,
πουλύ του κακουφάνει.
- Πάριτι του βασίλειου μ’,
πάριτι τη ζουή μου,
πάριτι την κουρώνα μου
απού την κεφαλή μου.
- Χαίρουσ’ κι του βασίλειου σ’,
χαίρουσ’ κι τη ζουή σου,
χαίρουσ’ κι την κουρώνα σου,
πόχεις στην κεφαλή σου,
θα πάρουμι την κόρη σου,
που είνι η ζουή σου,
κι σα οε δίν’ς την κόρη σου,
θα πάρουμι ισένα.
- Στουλίσιτι την κόρη μου
τσι κάνιτε τνα νύφη,
μι τα χρυσά, μι τ’ αργυρά
κι μι μαργαριτάρια
κι στείλτι τνα στου δράκουντα
να τη γλυκουμασήσει.
Στου πηγαδιού τα μάρμαρα
δέσαν την αλυσίδα
κι δέσανι την όμουρφη,
όμουρφη κουρασίδα.
Η γιάγη Γιώργ’ς σαν τάκουσι,
πουλύ του κακουφάνει
καλίτσιψι του άλου τ’
τσι στου πηγάδι φτάνει.
Στου πηγαδιού τα μάρμαρα πιγαίνει κι καθίζει κι η κόρη τουν ικοίταξι
μι δακρυσμένου βλέμμα.
- Φύγι, καλέ αφέντη μου,
φύγι απού τα μένα,
αυτό του άγριγιου θηριό
μην τύχει φαγ’ κι σένα.
- Άφις μι, κορη μ’, άφις μι,
λίγου ύπνου να πάρου
κι γω αμ τάγριγιου θηριό
ήρτα για να σι βγάνου.
- Ξύπνα, καλέ αφέντη μου,
κι του πηγάδ’ αφρίζει,
η δράκουντας τα δόντια του
για μένα τακουνίζει.
Ο άγη Γιώργης ξύπνησι
σαν παραλουγισμένους
κι του κουντάρι άρπαξι,
σαν πούνταν μαθημένους.
Μια κουνταριά του χτύπησι,
του πήρι μες στου στόμα
κι ανάσκιλα του ξάπλουσι,
κάτου στη γης στου χώμα.
- Σύρι, κόρη μ’, στου σπίτι σας,
σύρι κι στους γονείς σου.
Σα σι ρουτήσουν οι γουνιοί σ’
ποιος έσουσε τ’ ζουή σου,
αμ τα ψαρά τα άλουγα
ήτανι καβαλάρης.
Η βασιλές σαν τάκουσι
στέρνει κι τουν φουνάζει.
- Συ γλύτουσις την κόρη μου,
πάρι κι του πιδί μου,
πάρι κι του βασίλειου,
πάρι κι τη ζουή μου,
πάρι κι την κουρώνα μου,
πόχου στην κεφαλή μου.
- Χαίρουσ’ κι του βασίλειου σ’,
χαίρουσ’ κι τη ζουή σου,
χαίρουσ’ κι την κουρώνα σου,
πόχεις στην κεφαλή σου.
- Δε ξέρου, ξενι μ’, τόνουμα σ’,
δε ξέρου του χουριό σου,
να κάνου ένα χάρισμα,
νάνι της αρεσιάς σου.
- Γιώργη, με λένε, τ' όνομα
απ’ την Καππαδοκία,
θέλεις να κάνεις χάρισμα,
κάνε μιαν εκκλησία
κι κάτσι κι ζουγράφισι
Χριστό κι Παναγία
κι αμ τα διξά της μπάντας του
βαν ένα καβαλάρη
αρματουμένου μι σπαθί
κι μι χρυσό κουντάρι.»