13 Σεπτεμβρίου 2021

Λεσβογραφίες του Αγώνα

 

Ανθούλα Δανιήλ: Λεσβογραφίες του Αγώνα – Λογοτεχνικές και ιστορικές προσεγγίσεις στην παρουσία της Λέσβου στην Επανάσταση του 1821. Ιδέα-Συντονισμός-Επιμέλεια, Παναγιώτης Σκορδάς. Εκδ. Μύθος 2021

Οι Λεσβογραφίες του Αγώνα είναι μια πολύ σημαντική  έκδοση και από άποψη ύλης -χαρτί, χρώματα,  εκτύπωση, εικόνες- και από άποψη περιεχομένου. Εικοσιένα κείμενα,  λογοτεχνικά και ιστορικά,  μπαίνουν στον χορό των επετειακών και δηλώνουν το «παρών» στην επέτειο το μεγάλου γεγονότος.

Ισοδυναμία των ιστορικών με τα λογοτεχνικά κείμενα δεν υπάρχει. Ένα μόνο είναι το καθαρά ιστορικό, αυτό του Γιάννη Κωνσταντέλλη, με τίτλο  «Δρόμοι της Επανάστασης» και τα υπόλοιπα είκοσι είναι λογοτεχνικά. Λογοτεχνικά, αλλά υφασμένα με ιστορία, με αλήθεια, με γεγονότα,  τα οποία φαντάζουν μυθικά, όπως μυθικός φαντάζει και ο αγώνας τους. Όλοι οι πρωταγωνιστές είναι πραγματικοί αλλά και τυλιγμένοι με την αχλύ του μύθου που η ευκαιρία της επετείου επανέφερε στη μνήμη μας, ήρωες των οποίων το όνομα βρίσκεται στα αρχεία αλλά με τους οποίους δεν προλαβαίνει να ασχοληθεί η επίσημη ιστορία. Άλλωστε η ιστορική αφήγηση είναι κυρίως οριζόντια και ευθύγραμμη: Γεγονός, τόπος και χρόνος, πρωταγωνιστές και αριθμοί. Η άλλη όμως, η λογοτεχνική, είναι κάθετη και ως τέτοια στέκεται και στα δευτερεύοντα πρόσωπα, τα αφανή, τα οποία με τη δράση τους συγκινούν περισσότερο και κινούν το ενδιαφέρον για περαιτέρω μελέτη της ιστορίας.

Και αρχίζω από το άρτια τεκμηριωμένο εισαγωγικό κείμενο του Δρ. Παναγιώτη Στυλ. Σκορδά που είχε την ιδέα, τον συντονισμό και την επιμέλεια για τον τόμο που εξέδωσαν οι πάντα εξαιρετικές εκδόσεις Μύθος.  

Στο κείμενο του Σκορδά βρίσκουμε τους λόγους για τους οποίους η Λέσβος ήταν δύσκολο να επαναστατήσει, λόγοι κυρίως γεωγραφικοί, οι οποίο συνεπάγονται πλήθος άλλων. Έτσι, αν και για την Λέσβο το 1912 είναι ορόσημο, οι Λέσβιοι έλαβαν μέρος στον αγώνα και υπάρχουν ακόμα απόγονοι αυτοπτών μαρτύρων από τις τουρκικές βιαιοπραγίες.

Από τους ιστορικούς ο Γιάννης Κωνσταντέλλης  παρουσιάζει συνοπτικά την ιστορία της Λέσβου, τα σημαντικότερα γεγονότα και τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν από την κατάκτηση μέχρι  την απελευθέρωσή της. Ήτοι από την 1η Σεπτεμβρίου  (σαν σήμερα που γράφω) του 1462, όταν φθάνει ο οθωμανικός στόλος στη Μυτιλήνη και το νησί ερημώνεται από τον ακμαίο πληθυσμό του και μένουν πίσω οι χειρώνακτες που ζουν σε κατάσταση δουλοπαροίκων. Σε χφ της Αγιάσου μαθαίνουμε για το «αθλίως διάγειν», για «την μεγάλη πείνα εις τον κόσμον ώστε και πολλοί εκ πείνηςαπέθνησκον», για βιαιοπραγίες, εξανδραποδισμούς, εκπατρισμούς, εξωμοσίες, σφαγές αμάχων, αρπαγές περιουσιών, και άλλα πολλά, τα οποία έκαναν εντύπωση και στους ξένους περιηγητές. Η Λέσβος αναγεννιέται τον 19ο αιώνα.

Ο Παλαιολόγος Λεμονής -συνεργάτης του Αλέξανδρου Υψηλάντη- μαζί με τον αδελφό του Γεώργιο Λεμονή άρχισαν στο νησί το έργο της μύησης στη Φιλική Εταιρεία. Ο Λεμονής ταξίδεψε στη Ρωσία και ακολούθησε τον Υψηλάντη στο Δραγατσάνι. Μετά κατέβηκε στην Ελλάδα και συνέχισε την επαναστατική του δράση. Ο Κωνσταντέλλης θα αναφέρει όλες τις παραμέτρους που επηρέαζαν τη στάση των κατοίκων της Λέσβου, τους γεωστρατηγικούς λόγους που δυσκόλευαν την επανάσταση στο νησί. Ωστόσο, πολλοί δραστηριοποιήθηκαν, όπως ο Μητροπολίτης  Ιγνάτιος και  ο Ιερομόναχος  Βενιαμίν που ανέπτυξε εκπαιδευτική,  εθνική και πολιτική δράση. Η μακρά ιστορία έληξε στις 8 Δεκεμβρίου του 1912, οπότε γέροι, γυναίκες και παιδιά πήγαν στο κοιμητήρι και –όπως γράφει ο Στράτης Μυριβήλης-  αφού «χτύπησαν με την παλάμη το χορταριασμένο χώμα των τάφων, φώναξαν τρεις φορές: – Ακούστε οι πεθαμένοι! ήρθε η Ελλάδα στο νησί!».  Με αυτά τα λόγια του κλείνει το κατατοπιστικότατο κείμενο του Γιάννη Κωσταντέλλη, πρώτο στη σειρά και σημαντικότατο επιστημονικά.

Σαν στιγμή σταλμένη από ένα χέρι, που λέει και ο Γιώργος Σεφέρης,  στιγμή που τα απίθανα μπορούν να συμβούν, στιγμή της συναισθηματικής και πνευματικής αλληλεγγύης, η  Νατάσα Αβούρη έχει κυρίαρχη μορφή στο φόντο του κειμένου της τον Βενιαμίν τον Λέσβιο, περί ου ο λόγος στο προηγούμενο κείμενο του Γιάννη Κωνσταντέλλη. Η Αβούρη κάνει ζουμ στο πρόσωπο του Βενιαμίν, με το κείμενο της, τιτλοφορούμενο Πανταχηκίνητον. Εκείνα που μας είπε ο ιστορικός, η ιστορικός της Τέχνης και λογοτέχνις με λεπτομέρειες μας αναλύει. Την προσωπικότητα του γέροντα πια Βενιαμίν που δεν εκτιμούν δυστυχώς οι συμπολίτες του – ου γαρ οίδασιν τι ποιούσι–  τον χλευάζουν, τον κοροϊδεύουν, τον περιφρονούν ως άθεο και αντίχριστο. Εκείνος όμως, παιδί του διαφωτισμού, τα υπομένει όλα. Πλάι του ζει μια δυστυχισμένη χήρα από τις Κυδωνίες, η Πανωραία Χατζηκώσταινα,  που τον υπηρετεί κι εκείνος της μαθαίνει Σολωμό και Κάλβο, Ιλιάδα και Οδύσσεια.   Ο ιερέας την ανακρίνει την ώρα της εξομολόγησης μήπως και μάθει κάτι εναντίον του Βενιαμίν. Ο Βενιαμίν φεύγει ήρεμος από τη ζωή αφήνοντας όλη την περιουσία του, τα ελάχιστα που είχε… Εκείνη, ένα δαχτυλίδι κι ένα γρόσι τα ρίχνει πρώτη στο πανέρι της εκκλησίας για τον αγώνα στο Μεσολόγγι, την ώρα που οι άλλοι που είχαν κοντοστέκονταν ή «τσιγκουνεύονταν», αυτή η «ζητιάνα», η «δούλα του άθεου», η «άπορη χήρα» που την αποκαλούσαν  «Ψωροκώσταινα». Σαν την χήρα με τον οβολό του Ευαγγελίου, γιατί εκείνος που έχει πάθει γνωρίζει την ανάγκη του άλλου. Πανταχηκίνητον… το θεμελιώδες ρευστό στοιχείο της φυσικής του Βενιαμίν που οδηγεί στη μεταφυσική και με αυτό αναζητούσε τον Θεό, θεωρώντας τη μεταφυσική προέκταση της φυσικής. Σαν αυτό που απασχολούσε τον διανοούμενο να πέρασε στην Πανωραία,  δείχνοντας και διδάσκοντας ποιος είναι ο πραγματικά πλούσιος και πραγματικά πλούσιος είναι αυτός που έχει πλούτο ψυχής, το αόρατο εκείνο στοιχείο που συνδέει συναισθηματικά τους ανθρώπους.

Και πάλι μια χρυσή σύμπτωση. Η Μαρία Αχ. Αναγνωστοπούλου επίσης κάνει ζουμ σε έναν από του ήρωες του Κωνταντέλλη. Πρόκειται για τον Παλαιολόγο Λεμονή, τον οποίο ανακαλύπτει στον προσωπικό της περίγυρο, μέσα από τα πρόσωπα που συναναστρέφεται στην «Οδό Μητρέλια». Γράφει για τους αγώνες, για τη μεγάλη σφαγή στις  27η Μαρτίου 1821, τους αγώνες τους, γι’ αυτούς που φύγαν στα βουνά κι άλλοι για την Ελλάδα.

 Ένα θαύμα γίνεται στο κείμενο του Μάκη Αξιώτη και πρόκειται για τους Αγίους που στήνουν χορό στην εκκλησία, με τον Αρχάγγελο σοβαρό στην τοιχογραφία του και τον ιερέα που τους ενημερώνει ότι «το γένος έφτασε την ανασαμιά της λευτεριάς στην άκρη του νησιού μας», ο Παπανικολής «λαμπάδιασε και βούλιαξε μια τούρκικη ναυαρχίδα, ένα δίκροτο, ένα κινούμενο όρος!» κι εκείνη σκύλιασαν και σκότωσαν,   «μαγάρισαν και μια βρύση με το αίμα  τους».

«Το γιλέκο και ο λαβύρινθος της ιστορίας» είναι ο τίτλος του κειμένου του Στρατή Γιαννίκου, ο οποίος ανακάλυψε στο σεντούκι του σπιτιού το «γιλέκο» που παραδίδεται από τον πατέρα στο γιο, στον εγγονό, σαν φυλαχτό. Ποτισμένο από το αίμα στο Τζουλούσι του Αϊβαλιού, μετά της Τρίπολης. Όταν ο παππούς που το φορούσε γύρισε από τη στεριανή Ελλάδα ήταν βίαιος κι απόμακρος… Τι να είδαν τα μάτια του άραγε…  

Οι Λεσβογραφίες συνεχίζονται με τους «Δυο καημούς» του Αντώνη Δουκέλλη, με τον Στρατή που χάνοντας τη μια αγάπη του ξεκίνησε για το Μοριά και θα πάλευε για τον άλλο.

Ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης γράφει το κείμενο «Δημήτριος Παπανικολής», ο Γιώργος Καμβυσέλλης  το «Μια σκιά γλιστρά στον όρμο», ο Γιώργος Καρτέρης το «Για να είσαι Βασλές», η Συμώνη Κατραμίδου το κείμενο «Η Γλαύκη και ο μπουρλοτιέρης του 1821» με εικόνες του Δημήτρη Καραπιπέρη, η Αναστασία Κατσούρη «Η θυσία για την Πίστη και την Πατρίδα»,  ο Γιώργος Βρας. Λαγουμίδης «Το Πλωμάρι του 1821. Μια ιστορία σαν παραμύθι», ο Ξενοφών Μαυραγάνης «Ο δεύτερος θάνατος του Βενιαμίν» (Ο Βενιαμίν πάλι), ο Στρατής Μολίνος «Ο πατριώτης Γεωργάκης Γρημάνης», ο Νίκος  Παπαδέλλης «Πειραματικές επιδρομές στην Πέτρα επί Τουρκοκρατίας», ο Κώστας Πολυπαθέλλης «Το ερημονήσι», Τζανετής Σταυράκης το «Ο Γιάννης ο Μπίντελης», η Μαρίτα  Στεφανέλλη «Ο ψίθυρος της λευτεριάς», η Ειρήνη Τρουμπούνη-Βεκρή «Όταν ερωτεύτηκε ο Μιλτιάδης Μαΐστρος», ο Γιάννης Χατζηβασιλείου «Ο εύελπις φυγάς» και ο τόμος κλείνει με την προτεινόμενη Ενδεικτική Βιβλιογραφία.

Πρέπει να τονιστεί ότι τα κείμενα όλα είναι πρωτότυπα, γραμμένα ειδικά για τη συγκεκριμένη περίσταση∙ την παρουσία της Λέσβου στην Επανάσταση του 1821, τα οποία παρά την όποια μυθοπλαστική επεξεργασία –το επαναλαμβάνουμε- έχουν ήρωες αληθινούς και αναφέροντα σε αληθινά γεγονότα. 

Πρέπει ακόμη να επισημανθεί ιδιαιτέρως η σημαντικότατη εκπροσώπηση σπουδαίων ζωγράφων που εμπνεύστηκαν από τον Αγώνα και τα έργα τους κοσμούν τις σελίδες του βιβλίου, δημιουργώντας το εικαστικό ανάλογο των αναφερομένων στα κείμενα.

Το εξώφυλλο κοσμεί Λιθογραφία χαραγμένη από τον Ν. Κατσαρό σε σχέδιο του ίδιου, και το οπισθόφυλλο ακουαρέλα του J.O.J. «Mytiline capital of Lesvos 1838», από τη συλλογή του Παναγιώτη Σκορδά.

Οι Λεσβογραφίες είναι ένας τόμος που τιμά τη Λέσβο και την μεγάλη μας επέτειο, τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση. Συγχαίρουμε όλους τους συντελεστές για την αξιοθαύμαστη αυτή έκδοση.

 

5 Σεπτεμβρίου 2021

Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ και το εν Χώναις Θαύμα *

                                                                                             Στρατῆς Γιαννῖκος

Στις ερημιές είναι η πρόκληση, μιας κι οι πειρασμοί είναι μεγάλοι.  Θες να σώσεις τη σάρκα σου από τη γύμνια και ντύνεσαι την κάθε δήθεν αλήθεια που θα σού σφυρίξει ο άνεμος. Οι στράτες που ανοίγονται πολλές, μα οδηγούν σε πιο σκληρούς  κι ανήλιαγους τόπους, σε τόπους αδιέξοδους. Αν απογοητευθείς η  ερημιά είναι το τέρμα. Χαμένος είσαι τότε, παραδομένος, έρμαιο στα απάνθρωπα  στοιχειά της φύσης .

  Άμα στις ερημιές βρεθείς να αφήσεις πρέπει ελεύθερο το πνεύμα σου. Ν’ ανοίξεις την ψυχή σου, φτερά  να δώσεις στην ύπαρξή σου. Γιατί στις ερημιές καταφεύγουν οι άγγελοι, γιατί στις ερημιές είναι γυμνή η σάρκα.

Δεν είναι δα τυχαίο που στις ερημιές του κόσμου γεννήθηκε η αγιοσύνη. Ο Άγιος Γιάννης στην ερημιά  απόκτησε φτερά. Καθάριος κι ολόστεγνος  στην ερημιά συνάντησε τον άγγελό του, του θεού τον μηνύτορα. Όσοι των ανθρώπων νογούν τούτες τις αλήθειες χτίζουν τα πιο ταπεινά, μα και τα πιο όμορφα της γης ξωκλήσια στα απάτητα βουνά. Σε μέρη που περιδιαβαίνουν οι άγγελοι.

Σε μια ερημιά κατά της Ιεράπολης τα μέρη, εκατοντάδες χρόνους πριν από σήμερα, ο Άρχιππος φρόντιζε τον ναό του Αρχάγγελου. Καθαρός στην ψυχή ο Άρχιππος αφοσιώθηκε στον ναό, αφιερώθηκε στον Άγγελο.  Καθάριο  έτρεχε και το νερό, από την διπλανή στην εκκλησιά πηγή. Κι ως  έρρεε  αέναο το αγίασμα,  αδιάκοπα συρρέει και  το εκκλησίασμα  στην ερημία του Αρχάγγελου.  Να πιει νερό αγιασμένο, να ξεδιψάσει από τις έγνοιες του.

Δεν άντεχαν τούτες εδώ τις συνάξεις,  οι άπιστοι. Και φρύαξαν   κι είπαν να στρέψουν  το  κοντινό ποτάμι  να πάρει την πηγή μαζί του, να την εξαφανίσει από προσώπου γης.  Και δούλευαν μερόνυχτα. Μα ο άγγελος φύλακας παραμόνευε. Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ έστρεφε το ποτάμι σε αντίθετη κατεύθυνση.

Οι άμυαλοι ούτε ακόμη τότε θέλησαν να πιστέψουν. Κι είπαν να ενώσουν τώρα τους δύο ποταμούς και να τους στρέψουν κατά την πηγή, κατά την εκκλησιά. Να χαθεί ο ναός, η πηγή, το εκκλησίασμα.

 Τα νερά των δύο ποταμών ενωμένα πορεύονταν προς τον ναό. Μα, τι είναι η γης μπροστά στον ουρανό; Ένα τίποτα. Τι είναι οι μεσίτες της γης μπρος στους  αγγέλους τους μεσίτες του θεού; Ένα τίποτα.

Ήταν η ώρα του Αρχάγγελου. Ο Μιχαήλ ως νεφέλη εμφανίστηκε μπρος στον Ναό. Ο Άρχιππος έκπληκτος, έπεσε στη γη γονατιστός. Τώρα πια ήταν βέβαιος ότι ο ναός είχε σωθεί.  Ήταν η ώρα του θαύματος.

Ο Αρχάγγελος έκανε το σχήμα του σταυρού. Οι ποταμοί έμειναν ακίνητοι. Έπειτα ακόντισε  και χάραξε τον βράχο. Μια βροντή ακούστηκε τρομερή. Σείστηκε η γη, ο βράχος  εσχίσθει. Μέγα το χάσμα που άνοιξε. Κι έπειτα του Αρχάγγελου η προσταγή: «Στη χώνη αυτή οδηγηθείτε ποτάμια». Ο Μιχαήλ λύτρωσε τον ναό από τον κατακλυσμό. Τον ρούν των ποταμών χώνευσε.

Στις ερημιές της Μικράς Ασίας,  στις αρχαίες Κολοσσαίς,  μια πηγή κρύβει τα μυστικά της ελληνοσύνης. Στις ερημιές της Μικράς Ασίας ο Αρχάγγελος ξαγρυπνά προσμένοντας. Ποιους και τι; Η βαθύτερη σημασία του θαύματος μας λέει ότι… είναι θέμα αυτογνωσίας.

Στα νάματα της παράδοσης  βαφτιζόμενοι ας εντρυφήσουμε στον μέσα μας εαυτό. Μέσα από την ερημία μας ας ψάξουμε να βρούμε τον πραγματικό μας εαυτό κι ο Άγγελος θα είναι βοηθός μας.

* Θαύμα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Εορτάζεται στις 6 Σεπτεμβρίου. Έλαβε χώρα στην πόλη Κολοσσαί της Μικράς Ασίας, η οποία μετονομάστηκε σε Χώναι (σημερινό Χονάζ).
 


3 Σεπτεμβρίου 2021

Ο Μίκης Θεοδωράκης και οι Έλληνες της Λατινικής Αμερικής

Οι Έλληνες της Λατινικής Αμερικής, με πρωτεργάτη τον δικό μας Στράτο Δουκάκη συγκεντρώνουν  1.013 υπογραφές προσωπικοτήτων  της Βενεζουέλας και προτείνουν τον Μίκη Θεοδωράκη για την απονομή του Βραβείου Νομπελ Ειρήνης το 2000.   Αξίζει τον κόπο να διαβάσουμε τους παρακάτω συνδέσμους

 https://grecoven.blogspot.com/p/blog-page_6.html

https://www.typospeiraiws.gr/%ce%ad%cf%86%cf%85%ce%b3%ce%b5-%cf%80%ce%ad%ce%bc%cf%80%cf%84%ce%b7-2-%cf%83%ce%b5%cf%80%cf%84%ce%b5%ce%bc%ce%b2%cf%81%ce%af%ce%bf%cf%85-2021-%cf%8e%cf%81%ce%b1-08-35-%ce%ae/






27 Αυγούστου 2021

Στον Γάιο Πάνκαρπο

                                              Στρατῆς Γιαννῖκος

Οι μεγάλοι μάζευαν τις ελιές, οι μεγάλοι πότιζαν και τσάπιζαν τα περβόλια. Όποτε το ‘φερνε ο καιρός, έπρεπε κι οι μικροί να ακολουθούν, να πηγαίνουν στα χωράφια. Να μάθουν σιγά σιγά το πως δουλεύεται η γης. Και σαν μεγαλώσουν να πάρουν τη θέση του γονιού.

Σαν από μικρός έμπαινες στη δούλεψη του χωραφιού, μπορεί στην αρχή να σου φαίνονταν  βαρετό, αργότερα σκληρό, μα σαν πέρναγαν τα χρόνια και μάθαινες  τα μυστικά που κρύβει η γης, τότες δεν έλεγες να την εγκαταλείψεις, μιας κι είχες γίνει ένα μ’ αυτήν.  Η γη γίνεται χρόνο με το χρόνο και μάνα κι αγαπητικιά. Την έχεις δει να λάμπει με ψηλωμένο  τον ήλιο  στον ουρανό, την έχεις πιεί με τη βροχή, γυμνή την αντίκρισες το κατακαλόκαιρο, πλουμισμένη με χρώματα και μυρωδιές τον Μάη. Τούτη είναι που σε βυζαίνει ζωή, τούτη είναι που σε αναπαύει στον ίσκιο των δέντρων της.

Κι αν περάσουν τα χρόνια  και φύγεις μακριά της, ποτέ δεν την ξεχνάς. Όπως βλασταίνουν τα δέντρα και καρπίζουν τα χωράφια, έτσι κι εσύ ένα μ’ αυτήν έχεις γενεί. Ο σπόρος που έχει ριχτεί στο είναι σου… βλασταίνει. Ανθίζει την άνοιξη και  κρύβεται στα βάθη της τους κρύους χειμώνες. Έχει ποτιστεί ετούτος ο σπόρος μ’ αναμνήσεις και κάποτε σκάει, από –γειώνεται  και σε φωνάζει «γύρνα πίσω». Αυτό το «γύρνα πίσω», το «επέστρεφε» είναι ένα κάλεσμα που δεν μπορείς να αγνοήσεις.

Μικρός σαν ήμουνα ακολουθούσα τον πατέρα στα χωράφια. Το καλοκαίρι παρατηρούσα τις αυλακιές στο περιβόλι μας, το πώς έφτιαχνε τους όχτους, το πώς προστάτευε τους κορμούς των δέντρων από τη νεροφαγιά.  Το φθινόπωρο γυρνάγαμε στα λιοκτήματα. Δεν μπορώ να πω πώς μ’ ενθουσίαζαν τα λιόδεντρα. Μα σαν πηγαίναμε στην Δρόμα ένα δέος, ένας απέραντος θαυμασμός  μ’ έπιανε σαν σήκωνα το κεφάλι να δω ως που φτάνουν τα κλαδιά της μοδούσας, της ολόκαρπης ελιάς μας. Ήταν ευλογημένη τούτη η ελιά. Να ήτανε ο ποταμός της Δρόμας που κατέβαινε απ’ τους Αγίους Αναργύρους που την πλούτιζε με καρπούς, ποιος ξέρει;

Λίγα λεπτά δρόμο πιο μακριά από την πάνκαρπη μοδούσα μας ήταν το ξωκλήσι της  Παναγιούδας του Ψύρρα. Αρχαίες κολόνες, σκορπισμένα μάρμαρα, ένα πηγάδι δίπλα στην εκκλησιά και μερικά μικρά αμπελοχώραφα μαρτυρούσαν πως τούτος ο τόπος παλιά έσφυζε από ζωή. Γιατί όπου νερό και  ζωντάνια. Δεν είναι τυχαίο ότι όπου πηγή νερού, όπου ένα μικρό ρέμα, ένα ποτάμι κι οι άνθρωποι από τα αρχαία ακόμη χρόνια να τιμούν τον Θεό, να υμνούν το νερό!





Αχ, αυτά τα άγια νερά! Αχ, αυτά τα άγια ποτάμια! Εκεί χωρίς να το γνωρίζω έμαθα τα πρώτα μου γράμματα. Δίπλα στην Παναγιούδα φροντίζαμε ένα μικρό κτήμα της αδερφής του πατέρα μου, της θείας Άννας της αμερικάνας. Δυο τρεις φορές   το είχα επισκεφθεί με τον πατέρα μου, σαν  ήμουνα μικρός. Και πάντα η ίδια μαγική ιεροτελεστία. Ο πατέρας σαν να  γινόταν άλλος. Δεν ξέρω αν άλλαζε συνειδητά ρόλο ή αν πράγματι γινόταν έναν μύστης του ιερού. Δεν βιαζόταν ως συνήθως, να ελέγξει το κτήμα, να δει αν τα σύρματα κι οι πάσσαλοι ήταν στην θέση τους, να ελέγξει αν έχουν καρπίσει τα δέντρα, να καθαρίσει τα αγριόχορτα, να βιαστεί να γυρίσει στο χωριό πριν βασιλέψει ο ήλιος. Οι κινήσεις του αργές, τα λόγια λίγα, μετρημένα, η χροιά της φωνής σοβαρή, μα όχι απόκοσμη. Μού έδειχνε τις αρχαίες κολόνες, μού έλεγε πως τούτες δω τις χτίσανε πενήντα-εκατό γενιές πριν από εμάς και γράψανε στα μάρμαρα μηνύματα να τους θυμόμαστε, να θυμόμαστε τους αγίους, την καρπερή γη και τα γεννήματά της. Μ’ έπαιρνε από το χέρι και μου έδειχνε το αρχαίο εντοιχισμένο στην εκκλησιά μάρμαρο.

_Διάβασε ετούτο το γράμμα.

_Δέλτα του απαντούσα.

_Το  επόμενο …

       _ Γιώτα

Κι ακολουθούσαν ακόμη δυο τρία για να φθάσουμε στο συμπέρασμα:

          Τούτος ο τόπος είναι ιερός. Εδώ γεννήθηκαν τα πρώτα γράμματα, γράμματα ελληνικά.  Εδώ ζήσαν χρόνους και χρόνους οι πρόγονοί μας.

 

Περνάγαν τα χρόνια, μεγάλωνα, μα τούτα τα λόγια είχαν μπολιαστεί για τα καλά μέσα μου. Βλέπεις τα πρώτα γράμματα δεν τα ξεχνάς ποτέ. Πέρναγα συχνά από κεντρικό δρόμο που σε βγάζει από τα χωριά μας στον κάμπο και μετά στη θάλασσα. Κι έλεγα πάντα θα λοξοδρομήσω και θα περπατήσω 150-200 μέτρα για να πάω στο αγαπημένο μου ξωκλήσι. Πάντα αμελούσα. Ίσως συνειδητά. Ίσως από εγωισμό μιας και επί  τριανταπέντε χρόνια δάσκαλος, εγώ ο σοφολογιότατος, δεν τολμούσα να αντικρύσω το  καθρέφτισμα του αρχαίου μαρμάρου. Ίσως  γιατί έπρεπε βαρύ να δώσω όρκο σε τούτο το μάρμαρο πως πιστός θε να είμαι στις ορμήνειες του.

Φέτος ήταν που τόλμησα να αντικρύσω ξανά την παλιά εκκλησιά. Φέτος ήταν που τόλμησα να διαβάσω ολόκληρη την επιγραφή:

Γϊος Κο[λι]ος Πνκαρπος

θε Διονσ κα τος ν τ τπ μσταις

νθηκε τ ερν

κα τν πρ ατο τπον.

          Τούτος ο παλιός πρόγονος μ’ έμαθε τα πρώτα μου γράμματα. Ο Πάνκαρπος ήταν που μ’ έμαθε ότι τα γεννήματα πεθαίνουν, μα και  τα γεννήματα ανασταίνονται. Τι φυτά, τι ζώα, τι άνθρωποι να πιουν πρέπει από τα αείρροα της φύσης ποτάμια, να ξεδιψάσουν από τα αρχαία πηγάδια και να γράψουν, να χαράξουν  στα μάρμαρα των ξωκλησιών μας την αλφαβήτα του τόπου μας. Να τα έβρουν   κι αυτά οι αυριανοί μαθητάδες και δάσκαλοι   και να τα διαλαλούνε ως νέοι μύστες στις γενιές που θ’ ακολουθήσουν.

17 Αυγούστου 2021

Του Αήττητου Ήλιου

 

Του Αήττητου Ήλιου

                                            Στρατῆς Γιαννῖκος

Σωρεύεις πλούτο καθημερινά, μονέδα τη μονέδα. Λες θα γίνω πλούσιος,  θα χτίσω το  πιο μεγάλο σπίτι στο χωριό, θα αγοράσω ένα παλιό αρχοντικό,  θα κατακτήσω τον τόπο μου…  

Κι έρχεται μια ώρα που φυσά βοριάς και γκρεμίζονται τα παλάτια. Θες αρρώστια πέσ’ την, θες οικονομική αναποδιά, θες  μυστηριώδη ιό. Μία και αυτή η μοίρα σου.

Μη συλλογάσαι φίλε τα πλούτη…Κοίτα γύρω σου και δες τις άπειρες ομορφιές της φύσης. Τούτος δω είναι ο πλούτος:

Να κόβεις δυο ντομάτες από το μποστάνι σου, αχάραγα πριν σηκωθεί ο ήλιος από τα αντικρινό βουνό. Να σκάβεις τη γης πρωινιάτικα, να γεμίζεις νερό τη χούφτα σου, να λούζεσαι με το νερό της τρούμπας κι έπειτα…Να παίρνεις το στενό που βγάζει στον Κόλπο, να την αράζεις σε κάποια ακροθαλασσιά και να περιμένεις τον ήλιο να καβατζάρει το βουνό της Αμαλής για να λουστεί  στα νερά του Κόλπου της Γέρας.


Έπειτα να τραβάς ίσια για το Λυγονάρι. Παρέα με τους ψαράδες που επιστρέφουν από τις βραδινές τους εξορμήσεις. Παρέα με φίλους που σπάνε το κρεμμύδι στα τέσσερα.  Βουτώντας ζεστό ψωμί στη σαλάτα, πίνοντας ούζο και ρουφώντας αχινούς. Ο ήλιος αήττητος θα καίει το πετσί σου. Και πάνω στο κορμί  θα γράφει την ιστορία του τόπου σου. Ανάμεσα ρέοντος οίνου κι αύρας θαλάσσης θα εμφανίζονται υπέρλαμπρος και φωτεινός ο μακρυμάλλης Απόλλων αντάμα με τον  στρατόνικο Ταξιάρχη.

Ναι είναι οι επόπτες της ζωής σου που τριγυρνούν από θαλασσινούς πύργους κι από μικρά πυργωμένα νησάκια. Που κυλάν από τις σπηλιές των ορέων κι ίσα ροβολάνε στις θάλασσες. Αν έχεις καθαρό νου κι ανοιχτή καρδιά θα είναι ευπρόσδεκτοι στρατηλάτες– υμνητές της ζωής, συμπαραστάτες βοηθοί στο έργο σου.

Άραξε αδερφέ μου στους γαλήνιους κόλπους, στα καρπερά της ζωής μποστάνια κι άσε τον ήλιο, τον πλούτο της φύσης, να επενδύει, να γράφει ιστορία στο ηλιοκαμένο σου κορμί.

21 Απριλίου 2021

Η μυστική παπαρούνα

                                      Η μυστική παπαρούνα 

(από τη ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ του Στράτη Μυριβήλη)                                   

                                       

                              

                                   

                                     

                                       


                                            

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΠΑΠΑΡΟΥΝΑΣ


          Αχ αυτός ο άνθρωπος! Mπήγει βαθιά στη γης το σίδερο, να βγάλει τα σώψυχα της όξω, κυρίαρχος τις θάλασσες οργώνει, με σκούρους καπνούς μπλαβιάζει τον αγέρα.
            Μπορεί να χτίζει γεφύρια, να δαμάζει τους ωκεανούς, μπορεί ακόμη και στο διάστημα ν’ ανοίγει δρόμους. Ένα μόνο δεν κατάφερε: Ν’ αφουγκραστεί το μήνυμα της παπαρούνας.
        Ναι κείνης της ταπεινής, που ξεπετάγεται στις άκρες των αυτοκινητόδρομων. Αν σκύψει και αφεθεί θα ακούσει τη φωνή της να τον ορμηνεύει:
           _Σήκω στα πόδια σου άνθρωπε. Μην έρπεις, στυλώσου. Κάνε την ανθρωπιά σου δύναμη. Σπάσε την άσφαλτο, θρυμμάτισε τα τσιμέντα. Βάλε φτερά στα όνειρά σου και μην φοβάσαι τους δυνατούς αγέρηδες. Αν έχεις φωτιά στα στήθη δεν σε λυγά η κακοτοπιά.
            Δείξε τη δύναμή σου. Άντεξε, πολέμησε, νίκησε.
            Βρες το ασήμαντο και ύψωσέ το στα ουράνια.
            Βάψε τα όνειρά σου κόκκινα.
            Τη φύτρα σου ανάδειξε, την ανθρωπιά σου.
                                                                            Στρατῆς Γιαννῖκος

31 Μαρτίου 2021

Ο Πεθαμένος

                 Στρατῆς Γιαννῖκος

Ωραίοι άνθρωποι ζούσαν στη γειτονιά μου! Άνθρωποι αγνοί, άκακοι, αυθεντικοί. Ολημερίς δούλευαν τη γης να καρπίσει, πάσχισαν να μεγαλώσουν τα φυτά τους, να θρέψουν τις φαμίλιες και τα γεννήματά τους.

Ο κυρ Γιάννης ήταν μπεχτσής*. Δεν είχε πολλά λόγια. Μίλαγε γι αυτόν η δουλειά και η αξιοπρέπειά του. Τον θυμάμαι να περνά μπροστά από την πόρτα του σπιτιού μας και να χαιρετά καλόκαρδα. Ευχαριστιόμουν τον χαιρετισμό, μιας και δεν  ήταν  τυπικός, ήταν χαιρετισμός από ψυχής, καλοσυνάτος. Ο κυρ Γιάννης πήρε  γυναίκα από καλή πάστα.  Η κυρά Λένη  ανάθρεψε με αρχές  τα  τέσσερα αγόρια τους. Άνθρωποι που πονάγανε τη γης, που αγαπούσαν τα περβόλια της. Ανθρώπους που ιδρώνουν να αναστήσουν ζωές, μην τους φοβάσαι. Από κάτι τέτοιους ανθρώπους μαθαίνεις πόσο απλή είναι η ζωή και πόσο ανίσχυρος είναι ο θάνατος.

 Ο Στρατής, ο μεγάλος του γιος,  δεν τον φοβόταν τον θάνατο, τον χλεύαζε καθημερινά, πίστευε πως «όσο είσαι ζωντανός, εκείνος δεν υπάρχει, κι όταν εσύ δεν θα υπάρχεις δεν έχει νόημα να τον φοβάσαι». Πρωταπριλιά του 2010 ήταν που είπε να αστειευθεί με τους χωριανούς του. Αποβραδίς σφαλεί τον καφενέ του και πάει ήσυχος να κοιμηθεί στο σπίτι του. Σηκώνεται αξημέρωτα και τοιχοκολλεί στον πλάτανο της αγοράς, μπροστά από τον καφενέ ένα αγγελτήριο του  θανάτου του. Τα γνωστά «τον πολυαγαπημένο μας Ευστράτιο … Παρασκευή 2 Απριλίου 2010 … κηδεύομε… οι τεθλιμμένοι συγγενείς». Σαν ξύπνησαν οι χωριανοί, βουβοί διάβαζαν τα περί θανάτου κι αφού ξεπέρναγαν το ξάφνιασμα της αγγελίας, καθόντουσαν  στις καρέκλες έξω από τον καφενέ του  κι έκλαιγαν τον πεθαμένο.

Κατά τις δέκα εμφανίζεται ο Στρατής καμαρωτός, καμαρωτός. Ο κόσμος έμεινε άφωνος.

«Τι έγινε ρε παιδιά; Πρωταπριλιά είναι σήμερα.

 Άντι τσι τ’ χρόν’ ζουντανοί!»

 Αλληλοκοιταζόντουσαν με βλέμματα απορίας. Δεν ξέραν να γελάσουν, να μην γελάσουν, να νευριάσουν, να μην νευριάσουν, να τον βρίσουν, να τον αγκαλιάσουν; Τα νέα κυκλοφορήσαν στο χωριό. «Ο πεθαμένος ζει» . 

Μάρτης 2021, ίσα που μπήκε η άνοιξη Στρατή και άλλαξες δρόμο. Παραμονές πρωταπριλιάς Στρατή. Αλήθεια εκεί ψηλά,  τι μαθές σκαρφίζεσαι για τούτη την πρωταπριλιά; Πιστεύω πως κάτι πάλι θα βρεις να ξεγελάσεις τα ασκέρια του θανάτου.

*μπεχτσής = αγροφύλακας

13 Μαρτίου 2021

Ευαγόρας Παλληκαρίδης

 Το παρακάτω ποίημα του Φώτη Βαρέλη είναι αφιερωμένο στον ήρωα του Κυπριακού Αγώνα Ευαγόρα Παλληκαρίδη, ο οποίος απαγχονίστηκε στις 14 Μαρτίου 1957, σε ηλικία μόλις 19 ετών. Ήταν ο νεαρότερος αλλά και ο τελευταίος αγωνιστής που απαγχονίστηκε από τους Άγγλους.

Το ποίημα υπήρχε στα παλιά βιβλιά της Στ΄Δημοτικού. Σήμερα δυστυχώς, όχι μόνον το ποίημα για τον Παλληκαρίδη, αλλά γενικώς η ποίηση έχει εξοβελιστεί από τους φωστήρες που συντάσσουν τα βιβλία για τα παιδιά του δημοτικού.
…………………………………………………
«Εψές πουρνό μεσάνυχτα στης φυλακής τη μάντρα
μες στης κρεμάλας τη θελιά σπαρτάραγε ο Βαγόρας.
Σπαρτάρησε, ξεψύχησε, δεν τ’ άκουσε κανένας.
Η μάνα του ήταν μακριά, ο κύρης του δεμένος,
οι νιοί συμμαθητάδες του μαύρο όνειρο δεν είδαν,
η νια που τον ορμήνευε δεν είχε νυχτοπούλι.
Εψές πουρνό μεσάνυχτα θάψαν τον Ευαγόρα.
Σήμερα Σάββατο ταχιά όλη η ζωή σαν πρώτα.
Ετούτος πάει στο μαγαζί, εκείνος πάει στον κάμπο,
ψηλώνει ο χτίστης εκκλησιά, πανί απλώνει ο ναύτης,
και στο σκολειόν ο μαθητής συλλογισμένος πάει.
Χτυπά κουδούνι, μπαίνουνε στην τάξη του ο καθένας.
Μπαίνει κι η πρώτη η άταχτη κι η τρίτη που διαβάζει,
μπαίνει κι η πέμπτη αμίλητη, η τάξη του Ευαγόρα.
– Παρόντες όλοι;
– Κύριε, ο Ευαγόρας λείπει.
– Παρόντες, λέει ο δάσκαλος • και με φωνή που τρέμει:
– Σήκω, Ευαγόρα, να μας πεις ελληνική ιστορία.
Ο δίπλα, ο πίσω, ο μπροστά, βουβοί και δακρυσμένοι,
αναρωτιούνται στην αρχή, ώσπου η σιωπή τους κάμνει
να πέσουν μ’ αναφιλητά ετούτοι κι όλη η τάξη.
– Παλληκαρίδη, άριστα, Βαγόρα, πάντα πρώτος,
στους πρώτους πρώτος, άγγελε πατρίδας δοξασμένης,
συ, μέχρι χθες της μάνας σου ελπίδα κι αποκούμπι
και του σχολειού μας σήμερα Δευτέρα Παρουσία.
Τα ‘πε κι απλώθηκε σιωπή πα’ στα κλαμένα νιάτα,
που μπρούμυτα γεμίζανε της τάξης τα θρανία,
έξω απ’ εκείνο τ’ αδειανό, παντοτινά γεμάτο.»
1957 Φώτης Βαρέλης,

10 Μαρτίου 2021

200 χρόνια μετά

                                              Στρατῆς Γιαννῖκος

Το νεοελληνικό έθνος,  αν ήταν άνθρωπος,  σε ποια ηλικία θα βρισκόταν; Αν υπολογίσουμε την γέννησή του 50 χρόνια πριν την Επανάσταση του 1821, στα χρόνια της συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, όταν οι Έλληνες απέκτησαν το δικαίωμα να πλέουν ελεύθερα στις θάλασσες, να εμπορεύονται και να φτιάχνουν περιουσίες που αργότερα στήριξαν τον Αγώνα, τότε τα εφηβικά του χρόνια ήταν τα χρόνια της  Επανάστασης του 1821.

Σαν έφηβοι, που βράζει το αίμα τους, που ζητούν την εφαρμογή της απολυτότητας του δικαίου, οδηγηθήκαμε παράλληλα με τον αγώνα της αποτίναξης του τουρκικού ζυγού και στον εμφύλιο, στον αγώνα αλληλοεξοντώσεως.

Μεγαλώναμε σιγά σιγά, είπαμε στα 1912-13 ότι ολοκληρωθήκαμε και πάνω που σκεφτήκαμε - στα πιο δημιουργικά μας χρόνια - να ανοίξουμε πανιά,  μάς ήρθε η κατραπακιά της μικρασιατικής καταστροφής.

Μεσήλικες πια, αντί να μεστώσει το μυαλό μας, μόλις βγήκαμε από τη λαίλαπα του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου,  είπαμε να μην χαρούμε το γεγονός ότι ήμασταν με το μέρος των νικητών και αλληλοεξοντωθήκαμε από έναν αδελφοκτόνο εμφύλιο.

Όλες οι πλευρές των ιστορικών ισχυρίζονται ότι οι συνέπειες των εμφύλιων αρχίζουν να σβήνουν τρεις γενιές μετά. Έχουμε ακόμη μια γενιά δρόμο για να βάλουμε μυαλό, έστω στα γεράματά μας.

Ας προσέξουμε τουλάχιστον τα επόμενα χρόνια να μην κατατριβόμαστε με αλληλοκατηγορίες και να κρυβόμαστε πίσω από το δίκιο και το άδικο μιας κατάστασης που μάς πήγε χρόνια πίσω. Ας μιλήσουμε και ας προγραμματίσουμε τη ζωή μας με όρους της πραγματικής ζωής. Ας κοιτάξουμε τα σημερινά μας προβλήματα. Και προπαντός ας μιλάμε λίγο και ας πράττουμε περισσότερο.

Ο Θεός τελικά, αγαπά με τον τρόπο του  την Ελλάδα. Η πανδημία, όπως φαίνεται θα μάς γλιτώσει από τις μεγάλες παράτες και  τις μεγαλοστομίες των «ειδικών». Με βάση τα παραπάνω η πανδημία μάς δίνει την ευκαιρία να μην γιορτάσουμε με φανφάρες.  Άραγε τι θα γιορτάζαμε; Τη θυσία των αγωνιστών του ’21 ή την ανωριμότητά μας;

Μόνο μας χρέος, 200 χρόνια μετά το γεγονός της Παλιγγενεσίας, η ενδοσκόπηση. Αν θέλουμε να τιμήσουμε τους αρχαίους μας προγόνους και τους αγωνιστές του ’21 ας ανάψουμε ένα κερί στη μνήμη τους, ας πάρουμε το πρόσωπό μας από τον καθρέφτη του ναρκισσισμού κι ας υποσχεθούμε ότι θα δουλέψουμε σωστά  στην προσπάθεια να αναγεννήσουμε το γερασμένο Έθνος μας.

Δημοσιεύτηκε αρχές Μαρτίου 2021 στο "ΒΗΜΑ" της Γέρας

4 Μαρτίου 2021

Παπά Φώτης - Ο Σαλός Άγιος της Λέσβου


 Άγιος Λουκάς, Παμφύλων, 16 Ἰουλίου 1996. 
 Ο παπά Φώτης αναπαύεται πίσω από το ιερό, έχοντας για προσκέφαλο μια κοτρόνα !
Στις 5 Μαρτίου 2010 ο παπά Φώτης, 
ο διά Χριστόν σαλός, εκοιμήθη εν Κυρίω στα 98 του χρόνια. 



1 Μαρτίου 2021

Ο Ασημάκης Πανσέληνος περιγράφει τον Γεδεών Αγγελόπουλο

 


Ο Ασημάκης Πανσέληνος σε σκίτσο του Μίλτη Παρασκευαΐδη

Ακολουθεί απόσπασμα από το "ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΖΟΥΣΑΜΕ" του Ασημάκη Πανσέληνου,  που αναφέρεται στον Γεδεών Αγγελόπουλο.  




Ο Ασημάκης Πανσέληνος (1903 - 1 Σεπτεμβρίου 1984) ήταν Έλληνας λογοτέχνης, δοκιμιογράφος, πεζογράφος, ποιητής, κριτικός, δημοσιογράφος και πολιτικός.  
Γεννήθηκε στην Μυτιλήνη, όπου και έζησε όλα τα παιδικά του χρόνια και έβγαλε εκεί το γυμνάσιο.   Σπούδασε νομικά   στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε ως δικηγόρος. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου φυλακίστηκε από το καθεστώς λόγω της δράσης του, ενώ κατά την περίοδο της Κατοχής ανέπτυξε αντιστασιακή δράση, για την οποία και φυλακίστηκε από τους Ιταλούς στις φυλακές Αβέρωφ. Στα Δεκεμβριανά συνελήφθη από τους Άγγλους, δραπέτευσε όμως από το Χασάνι, όπου κρατείτο, το 1945. Μετά τον εμφύλιο πόλεμο εκλέχτηκε το 1950 βουλευτής Λέσβου με το Σοσιαλιστικό Κόμμα-Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας.
Ήταν παντρεμένος με την ποιήτρια - νομικό Έφη Πανσελήνου και είχαν αποκτήσει έναν γιο, τον συγγραφέα Αλέξη Πανσέληνο.


20 Φεβρουαρίου 2021

Τάκης Χατζηαναγνώστου "Ένας ταξιδευτής από την αρχαία Φώκαια"

 

 ΤΑΚΗΣ ΧΑΤΖΗΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ

«Ένας ταξιδευτής από την αρχαία Φώκαια»

                                                           Στρατῆς Γιαννῖκος

Του πατέρα πάντα  έσταζε μέλι το στόμα όταν μιλούσε για τον φίλο του, τον Τάκη Χατζηαναγνώστου. Μια φιλία που κρατούσε χρόνια,  από τότε που ήταν γυμνασιόπαιδα στη Μυτιλήνη.   Πριν τριάντα περίπου χρόνια τον γνώρισα  κι εγώ στις συναντήσεις των Μυτιληνιών της Αθήνας. Ένας  υπέροχος άνθρωπος, ένας  εξαίρετος συγγραφέας. Πάντα ενδιαφερόταν και ρωτούσε για τους άλλους, πάντα πρόθυμος να εξυπηρετήσει.

Η  τελευταία συνάντησή μας ήταν τον Αύγουστο του 2019, στην εκδήλωση της «Λεσβιακής Παροικίας», με θέμα «Ο εικαστικός Ελύτης» . Είχαμε κάμποσα χρόνια να βρεθούμε και ήμουν διστακτικός να του μιλήσω, φοβούμενος ότι μιας κι είχε περάσει τα 95 του χρόνια θα δυσκολευόταν να ανασύρει εικόνες και μνήμες. Περνώντας από μπροστά του, με χτυπά στην πλάτη και με σταματά : «Στρατή πού πάς; Δεν μάς χαιρετάς;». Η οξύτητα του πνεύματος δεν τον εγκατέλειψε ούτε στα τελευταία του χρόνια. Κατάλαβε την δύσκολη θέση μου και τη στιγμιαία έκπληξή μου και μού λέει:  «Βρε Στρατέλλ’, μουρέλλιμ’ , μπουρεί να οδεύουμε προς τα πάνω, αλλά ακόμα το μυαλό βαστά, αντιστέκεται».

Ο κυρ  Τάκης   στις 15 του Φλεβάρη 2021 όδευσε στους αιώνιους λειμώνες. Ξέρω ότι στιγμή δεν θα αφήσει να πάει χαμένη. Τον φαντάζομαι να περιδιαβαίνει στα ουράνια και να αποζητά χαρτί και μολύβι για να μας  ταξιδεύει στις θάλασσές μας,  στο νησί μας, στα μέρη και στους ανθρώπους που αγάπησε.

Ο κυρ  Τάκης δεν θα μάς λείψει. Θα μάς συντροφεύει με τα γραπτά που μάς άφησε κληρονομιά. Σήμερα είναι όσο ποτέ άλλοτε αναγκαία η παρουσία του. Σήμερα που η ζωή μας περνά ολημερίς μπροστά σε μια οθόνη και στο πληκτρολόγιο, που όλα γίνονται μέσω του υπολογιστή, που καταντήσαμε ρομποτάκια της τηλεκπαίδευσης και των τηλεδιασκέψεων.

Κυρ  Τάκη χρόνια τώρα από τα δημοτικά μας σχολειά εξοβελίσθηκε η ποίηση. Ο νους μου πήγε στα 1999 σαν ήρθες προσκαλεσμένος στο σχολειό μας, στο Κερατσίνι,  για να διαβάσεις και να μιλήσεις στους μαθητές της Γ΄τάξης για το κείμενό σου «Ένας ταξιδευτής από την αρχαία Φώκαια».  Ανέτρεξα στο τότε Ανθολόγιο. Πήγα στα περιεχόμενα. Έψαχνα να βρω το κείμενό σου. Όσο διάβαζα ονόματα, τόσο προβληματιζόμουν: Τέλλος Άγρας, Βασίλης Ρώτας, Κώστας Βάρναλης, Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Γεώργιος Δροσίνης, Κώστας Καρυωτάκης, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Διαλεχτή Ζευγώλη –Γλέζου, Αλέξανδρος Πάλλης, Δημήτρης Ψαθάς, Ρίτα Μπούμη-Παπά, Γιώργος Κρόκος, Τίμος Μωραϊτίνης, Στέλιος Σπεράντζας, Πηνελόπη Δέλτα. Παντελής Πρεβελάκης Ανδρέας Καρκαβίτσς,  Παντελής Καλιότσος, Άλκη Ζέη,  Θέμος Ποταμιάνος, Γεώργιος Βιζυηνός, , Τάκης Χατζηαναγνώστου, Στράτης Μυριβήλης, Διονύσιος Σολωμός. Ναι όλοι οι παραπάνω λογοτέχνες  μαζεμένοι στο Ανθολόγιο της Γ ΄Δημοτικού να συντροφεύουν τους μαθητές.

Κυρ Τάκη σε φαντάζομαι να μαζεύεις την παρέα σου , να τους ενημερώνεις για τη σημερινή μας κατάντια, να τους εξεγείρεις, να τους λες να φωνάξουν δυνατά, μήπως και ακούσουμε οι κοιμισμένοι της γης και ξυπνήσουμε. Σε φαντάζομαι να ξαποσταίνεις σε κάποια γωνιά της ουράνιας ανατολής και να διαβάζεις φωναχτά αποσπάσματα από το  «Ένας ταξιδευτής από την αρχαία Φώκαια»:

«Η θάλασσα είναι πάντα ένα κάλεσμα γι’ άγνωστους κόσμους».

Να μιλάς για «ιστορίες άξιες να δοξάζουν την περηφάνια του ανθρώπου».

Να διηγείσαι στους μαθητές για τον ήρωά σου, τον Δάμα που … « Η καρδιά του ήταν ολόιδια με το καράβι», που « Τα πανιά της ήταν φουσκωμένα πάντα από ούριους ανέμους».

Να τούς κάνεις να ονειρεύονται τη θάλασσα, το κρεβάτι του Δάμα, την κούνια του , που «Μέσα σ’ αυτήν την κούνια λίκνιζε…. τα όνειρά του».

 Να τους λες πως «Κάποτε θ’αποκτούσε κι αυτός δικό του καράβι».

Να τους ορμηνεύεις πως η θάλασσα μέρες θα είναι φουρτουνιασμένη, μα πως πρέπει να παλέψουν, γιατί την έκτη μέρα θα γαληνέψει και θα τους φέρει σε μια νέα γη.

Να μάς εμπνέεις και να μάς δείχνεις έναν άλλον δρόμο, ένα δρόμο γεμάτο όνειρα και δύναμη για ζωή, έναν κόσμο ανθρώπινο.

.......................................................




Από τα περιεχόμενα του ΑΝΘΟΛΟΓΙΟΥ της Γ΄ Δημοτικού