10 Μαρτίου 2010

Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

 Στη μνήμη του Παπά - Φώτη

Ο Φώτης γεννήθηκε στα Πάμφυλλα ,στα χρόνια της πείνας, τον πρώτο χρόνο της Κατοχής. Της Αγίας Μαύρας ήταν όταν αντίκρισε για πρώτη φορά το φως. Την επόμενη στις 4 του Μάη ήρθαν οι Γερμανοί στο νησί. Να το ένα ,να το άλλο του κόλλησαν του Φώτη παρατσούκλι : «του Μαυρέλλ(ι)».Εκείνος το μόνο που ήξερε ήταν να ζητά ψωμί από τη μάνα του.
Σεπτέμβρης του ’44, πέρασαν οι Γερμανοί φύγαν, χαρά όμως δεν ήρθε στο νησί. Το Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς καλωσορίσαμε στρατεύματα από Ινδούς ,τους λεγόμενους «Μαύρους». «Του Μαυρέλλ(ι) , του Μαυρέλλ(ι), οι Μαύρ’ θα πάριν του Μαυρέλλ(ι)» , φώναζε η πιστιρικαρία, σαν έβλεπε στα στενά το Φωτή. Γέλαγε κι ο Φωτής. Τα γέλια μόνο που κράτησαν για λίγο.
Το Μάρτη του ’46 βγήκε με τη μάνα του να πάνε για χορτάρια. Τα πουλιά κελαηδούσαν, η φύση στην καλή της ώρα, ψιλόβρεχε. Μάνα και γιος δεν σκιάζονταν για τίποτες. Ούτε μπόρες ούτε βροχές. Εκείνοι είχαν μπρος τους κοτζάμ άνοιξη, τα λουλούδια του αγρού , τις μύριες ευωδιές της φύσης. Να δυναμώνει η βροχή, να δυναμώνουν οι ευωδιές, να φτάνουν στον Ύψιστο. Οι τελευταίες ευωδιές.
Έπειτα φανήκαν οι γνωστοί, οι πολύ γνωστοί. Τ’ αδέλφια της Χιόνας της μάνας του. «Έχεις δώσει νερό στον εχθρό», της είπαν. Κι έβρεχε. Την κυνηγούσαν . Κι έβρεχε. Κι η Χιόνα να φωνάζει : «Φύγε γιέ μου , φύγε» . Δυνάμωνε η βροχή , δυνάμωνε η φωνή της: «Φύγε γιέ μου , φύγε». «Φύγε μη σε λιώσει η βροχή». Πάντα την άκουγε τη μάνα του ο Φώτης . Κι έφυγε. Τη Χιόνα την έσυραν προς το πηγάδι. Η Χιόνα χάθηκε. Κι έβρεχε.
Ο Φώτης από τότες κι έπειτα δεν θυμόταν τίποτα, έτσι τουλάχιστον έλεγε. Το μόνο βέβαιο ήταν πως μισούσε τη βροχή. Όλοι τον σέβονταν στο χωριό. Δεν τολμούσαν να του φέρουν αντίρρηση, ειδικά σαν έπιανε να βρέχει.
-Βρέχει , πάλι βρέχει , μονολογούσε κι έκλαιγε.
Τότες ήταν που παράταγαν τις δουλειές τους οι χωριανοί, τον συμπόναγαν και ικέτευαν τον Ύψιστο να σταματήσει τη βροχή.
Τον επόμενο χρόνο ο Φώτης πήγε στο σχολειό. Μολύβι δεν έπιασε, κουτσά, στραβά όμως έμαθε να διαβάζει. Κι άκουγε, του άρεσε να ακούει ιστορίες παλιές ,και τι παράξενο ιστορίες για τη φύση. Μα κανένας δεν τολμούσε να του πει τις λέξεις ανθούσα, χλόη , χλωρός, πηγάδια, παραπήγαδα, φύλλα, πάμφυλλα… Ο Φώτης δάκρυζε.
Αργότερα στην Πέμπτη τάξη ήρθε νέος δάσκαλος Πολυχνιάτης, από τα Βατερά. Δεν ήξερε τίποτε για το Μαυρέλλ(ι) , ούτε που κανείς ποτέ τον ενημέρωσε. Κανένας ούτε δάσκαλος ούτε μαθητής μπορούσε να του εξηγήσει. Τι, κι αυτοί είχαν μάθει να μισούν τη βροχή. Είχαν ξεγράψει από το λεξιλόγιό τους τη χλόη , την ευωδιά. Τα χείλη τους γίναν πικρά, ώσπου και αυτά τα μάτια κι ο νους τους άλλαξε. Διαβάζαν, εννοούσαν, πίστευαν σε πράγματα άλλα αντ’ άλλων. Όλα ήταν τελείως φυσιολογικά.
Σεπτέμβρης μήνας , η ζωή σε πλήρη ηρεμία. Στην τάξη ησυχία. Κι αν καμιά φορά πού και πού τύχαινε σε κάποιο κείμενο να συναντήσουν τη βροχή, τα παιδιά την ονομάτιζαν «το δάκρυ του ουρανού» και μια φορά που απάντησαν στο αναγνωστικό μια χλόη, την διάβασαν «πράσινο της φύσης χαλί» Το Νίκο , τον Πολυχνιάτη δάσκαλο καθόλου δεν τον πείραζαν όλα αυτά. Τα έβρισκε ποιητικά.
Μα κάποτε κι η αναβροχιά πήρε τέλος. Έβγαινε ο Σεπτέμβρης κι άρχισε ξαφνικά ο κόσμος να χαλά. Ο Φώτης ανήμερος, τα τζάμια να κοιτά. Ένα πνιχτό παράπονο τον πήρε.
-Έρχεται βροχή. Έρχεται βροχή!
-Έ, τι μ’ αυτό; έλεγε ο δάσκαλος
-Βρέχει ! Πάλι Βρέχει σιγόκλαιγε ο Φώτης
-Ε, τι μ’αυτό; αναρωτιόταν ο δάσκαλος
-Βρέχει ! Πάλι βρέχει!
-Δάσκαλε, φώναζαν τα παιδιά. Δάσκαλε το δάκρυ τ’ ουρανού είναι πικρό.
-Ε, τι μ’ αυτό ! Βρέχει. Αιωνίως θα βρέχει. Κι αιωνίως στα Πάμφυλα θα μιλάτε για το δάκρυ τ’ ουρανού.
-«Του Μαυρέλλ(ι) ! Θα του πάριν οι Μαύρ’! Του Μαυρέλλ(ι)!» κλαψούριζαν τα παιδιά.
Ο Πολυχνιάτης ήταν σε αδιέξοδο.
Ξάφνου μπήκε στην τάξη ο διευθυντής.
-Κύριε. Αφήστε τα παιδιά στη δυστυχία του Ουρανού.
Κύριε αφήστε τα να πάνε στο σπίτι τους.
Ο δάσκαλος υπάκουσε. Τα παιδιά έφυγαν με το κεφάλι ψηλά, ίσια που να μην κοιτούν τον ουρανό, ίσια που να μην το σέρνουν στη γης.
Δάσκαλος και διευθυντής αποσύρθηκαν στο γραφείο.
-Μα κύριε διευθυντά είναι μια μικρή βρο…
-Ένα απλό , μικρό δάκρυ του Ουρανού . Πικρό.
-Μα , αυτό το δάκρυ ποτίζει τη γης. Ανθί…
-Αναπτύσσονται τα δένδρα θέλετε να πείτε.
Ο δάσκαλος είχε καταλάβει, υπήρχε ένας άλλος κώδικας .
-Η γλώσσα , η μυστική γλώσσα των Παμφύλλων;
-Όχι προς Θεού, όχι αυτό το όνομα. Είσθε νέος , αγαπάτε τα παιδιά, αγαπάτε το χωριό, πρέπει να είσθε ανεκτικός. Να ξέρετε θα μάθετε πολλά. Δεν είμαστε παράξενοι, μα να ξέρετε…. Το χωριό μας στέρεψε ακόμη και τ’ όνομά του. Πάφλα το λέμε τώρα. Πέστε το κατάρα , πέστε τρέλα, στερεύουμε ό,τι μας θυμίζει το νερό.
-Μα είπατε νερό;
-Ναι, μόνον αυτή τη λέξη συνηθίσαμε κι αυτή ίσως μια μέρα , τη στερέψουμε και βρούμε μιαν άλλη να μας «συντηρεί;» .Όλα άρχισαν από τον εμφύλιο. Από τότε μισούμε το νερό και ακολουθούμε τούτο το παιδί.
-Μα ;
-Πέστο δάσκαλε Είμαστε τρελοί;
-Δεν ήθελα να πω αυτό.
-Ναι, είμαστε. Ναι είσαστε. Ναι είναι τρελοί, απάντησε ο διευθυντής
Έτσι είναι οι τρελοί. Το χωρίς ουσία ουσιαστικό. Εσείς οι λογικοί ρίχνετε στα χάσματα της γης ανθρώπους ζωντανούς . Εμείς είμαστε οι τρελοί.
-Κύριε όταν δεν μιλάμε για κάτι δεν σημαίνει πως το πολεμάμε ή το απαξιώνουμε. Δεν σημαίνει ότι το μισούμε. Αν δεν μιλάμε για κάτι είναι γιατί το θέλουμε καθαρό στους αιώνες.
-Είπατε ότι βρέχει;
-Βεβαίως .
-Αιωνίως ότι θα βρέχει;
-Μάλιστα.
-Και ποιος σας το εγγυάται αυτό;
………………
Ο δάσκαλος σιώπησε, η βροχή σταμάτησε. Τα παιδιά γέλασαν , η φύση ευωδίασε. Όλα ήρθαν στα καλά τους
Με την αύριο το μάθημα έγινε με πλήρη τάξη. Η κτίσις του κόσμου επανήλθε, προς στιγμήν. Ο δάσκαλος πρόσεχε. Ο δάσκαλος έμαθε. Μέρα χαρά θεού. Ο ήλιος ολόλαμπρος, βασιλικός ήλιος. Όλα εν τάξει. Οι μαθητές ανοίγουν τα βιβλία, τα διαβάζουν με τα μάτια της ψυχής.
Τις πρώτες μέρες μετά τη βροχή, ο δάσκαλος προσεκτικός τους παρέδιδε την ιστορία της Πόλης. Το πρώτο της όνομα «Ανθούσα» σκεφτόταν, «Φιορεντίνα» την έλεγε. Τα παιδιά καταλάβαιναν. Ο πατέρας του Κωνσταντίνου ονομαζόταν «Κωνσταντίνος Χλωρός» ή … μάλλον … « Κωνσταντίνος Ξηρός». Όλα καλά και άγια.
Ο δάσκαλος έμαθε να ξεστρατίζει από τα «δύσκολα στενά». Έπαψε πια να περνά από τη Βρύση του Παράδεισου, από τον Κατουρλά Τσεσμέ, από …Πήγαινε τα παιδιά στο μοναστήρι του παπά Φώτη στον Άι Λουκά τον Φωτεινό, λάτρευε τον Ταξιάρχη με την πύρινη ρομφαία, προσευχόταν στην Αγιά Βαρβάρα με τα καπνιστά τσουκάλια της, πηδούσε τις φωτιές του Άι Γιαννιού, των Φώτων έβγαζε πύρινους λόγους. Τα χείλια του ξεράθηκαν απ’ τη φωτιά , Καλλίνικο τον ονομάσαν. Κι εκείνος περήφανος για το παρανώμι του, έμαθε να βγάζει παρανώμια στους ήρωες, μα όλοι τον καταλάβαιναν. Εικόνισμά του οι τρισήλιοι φωστήρες και ειδικά ο Ιωάννης ο Μελισηγενής. Σαν έπαιρνε να βρέξει ερχόταν ο Φώτης, το Μαυρέλλ(ι) και του κλαιγόταν:
-Δάσκαλι πάλι θα βρέξ’
«Αιωνίως θα βρέχει » σκεφτόταν ο Καλλίνικος , μα δεν το ’λεγε. Μόνος που είχε δικαίωμα να μιλήσει, να κλάψει για τη "βροχή" ήταν του Μαυρέλλ'. Ο Φωτής έτρεχε ωσάν τον σαλίγκαρο να κρυφτεί, να περάσει η μπόρα. Δεν τον ένοιαζε αν το μέλλον του «επεφύλασσε ξηρασία» . Φτάνει κάποτε να σταματούσε για πάντα η βρώμικη βροχή. Ως τότε…
«Δε μι νοιάζ’» έλεγε. «Θα μας φέρνιν νιρό μι τα καράβια». «Νιρό απ’ την Τουρκιά θα πάρουμι». «Θα βράζουμε τ’ θάλασσα» . «Δε μι νοιάζ’ Μουνάχα να μη βρέχ’».
Η θάλασσα όμως τον τραβούσε. Και τους Παφλιώτες μαγνήτιζε η θάλασσα. Ήταν κι αυτή νερό , μα δεν έπεφτε στο κεφάλι τους.
………..
Είχε περάσει πολύς καιρός που ‘λειπε ο Καλλίνικος απ’ το χωριό του . Το πονούσε το χωριό του κι ήθελε μια μέρα να πάει να το δει. Να δει τη θάλασσα του Άι Φωκά. Σκέφτηκε να τους προτείνει να εκδράμουν όλοι μαζί στα Βατερά.
Τώρα πια είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη των Παφλιωτών, ήταν δικός τους. Δεν είπε ποτές στα παιδιά τους για τους κήπους του Χασάν πασά, για το νερό της Μόριας. Τα τριαντάφυλλα του πασά δεν άνθιζαν με το νερό. Ήταν γι’ αυτόν τριαντάφυλλα της φωτιάς κι η Μόρια το καταραμένο χωριό που’ χε πάνω στο κεφάλι της ρωμέικα μαργαριτάρια από νερό. Εκείνον του άρεσε η Θερμή. Με τους Πύργους της να ξερνάνε καυτό μολύβι και τις πηγές της να ζεματάνε. Του άρεσε η λάβρα καλοκαιριού μες στο χειμώνα. Ν’ ανάβει η πέτρα καταμεσής του καταχείμωνου και να στεγνώνει ο νους και η καρδιά του.
Το πήρε απόφαση . Θα τους προτείνει να πάνε εκδρομή στα Βατερά. Κι όπως φάνηκε δεν ήταν δύσκολο το εγχείρημα. Ο διευθυντής δεν ήθελε και πολύ για να πειστεί.
………
Στο δρόμο ο Καλλίνικος τους μιλούσε για τα ένδοξα Βατερά, της πάλαι ποτέ «ευημερούσης επαρχίας Μυτιλήνης –Κυδωνιών και Πολυχνίτου».Για τον Άγιο Λια τον θαλασσινό που κατέβαινε κάθε βράδυ στην παραλία , πίνανε τα ούζα τους κι ανάβανε φωτιές με τον Άι Φωκά στην παραλία. Πετούσαν έπειτα στον αέρα τις κατσούλες τους έφερναν μια γυροβολιά και μασούλαγαν δυο δεμάτια πύρινα στάχυα. Ο Φώτης είχε ενθουσιαστεί. Τούτον τον δάσκαλο τον είχε αγαπήσει. Τούτον τον δάσκαλο τον πίστευε.
Ο Καλλίνικος τους πέρασε από το δρόμο τον παραλιακό. Λίγο πριν τον κάβο λοξοδρόμησαν από τη στράτα τους για ν’ αποφύγουν τ’ αχιλλοπήγαδο. Δεν ήταν ώρα για πηγάδια , για άσχημους συνειρμούς, για σκέψεις βαλτές, δαιμονικές που θα ξεστράτιζαν τα μυαλά τους. Καλά περνούσαν ως τα τώρα. Οι βρύσες της μνήμης ας έμεναν κλειστές. Για Βρησιίδες, για κόρες της βροχής κι αχιλλοπήγαδα θα μιλάμε τώρα; Έτσι κι αλλιώς, για την ώρα, ξερά ήταν κι ακίνδυνα.
Σαν φτάσανε στον κάβο ανάψανε κεριά στο ξωκλήσι και παραδίπλα σε κάτι μάρμαρα , σε κάποιες σπασμένες κολόνες πού ήτανε λέει ο παλιός ναός της Αγιά Φωτιάς. Ανάψανε κεριά για την ψυχή τους. Απλώθηκαν τα παιδιά στο αλώνι και παίζανε , παίζανε με την ψυχή τους. Οι ακτίνες χρύσιζαν τα στάχυα. Κάποιοι κοιμήθηκαν πάνω τους. Κάποιοι στο χωράφι με τα διπλανά νταριά. Κάποιοι πιο πέρα στα τσάμια. Τον Φώτη, τον Μαυρή, τον έχασαν. Κάπου κι αυτός θα έγειρε.
Ο κόσμος άναβε, χαρά θεού, οι άγιοι αγκαλιά με τα κεριά, οι άνθρωποι με τη φωτιά, τα μυαλά αγέρας. Κι αέρας, αέρας λίβας να φυσά. Μέσα στη νάρκη του μεσημεριού ο Φώτης ξεστράτισε. Ο Μαυρής εχάθη , περιπλανιόταν μόνος. Η θάλασσα, το πέλαγος το ανοιχτό! Ήταν το μέρος που ονειρευόταν! Η θάλασσα απέραντη, αλμυρό νερό που δεν σε πνίγει! Κι η φωτιά να σ’ οδηγεί καημένε Μαυρή…
Ώσπου μέσα στην πλάνη σου έφθασες στο Αχιλλοπήγαδο. Το μάτι θόλωσε . Άρπαξες πετριές κι έριχνες, κι έριχνες ωσότου γεμίσει το χάσμα, γεμίσει η άβυσσος. Μα η άβυσσος ποτέ της δε γεμίζει . Η άβυσσος είναι μαγνήτης που σε τραβά Μαυρή μου.
……………
Ήσουν τυχερός Μαυρή . Σ’ αγαπούσε η φύση. Σ’ αγαπούσε ο Θεός. Έπεσες στη χλόη. Έπεσες «στο πράσινο της φύσης χαλί»». Γιατί κι η άβυσσος έχει μια γωνιά φως και μεγάλη αλήθεια.
Σαν σε τραβήξανε Φωτή μου ζωντανό, μαζί ανέσυραν και την πλάνη. Και μια πλάκα γεμάτη ιερογλυφικά της Πατρίδας.
ΟΜΙΛΟΥΝΤΑ
ΥΔΑΤΑ
ΠΑΜΦΥΛΕΙΣ ΡΟΕΣ
ΡΟΕΣ ΑΛΑΘΕΙΑ
ΕΣΑΕΙ ΦΥΣΙΣ
ΑΓΑΘΗ
ΣΩΤΗΡΙΑ
Σε ξύπνησε Μαυρή μου το φιλί της Περπερούνας. Έβρεχε, έβρεχε Μαυρή μου. Κι έμαθες να μη φοβάσαι. Έμαθες να πίνεις όταν διψάς. Ανέβλεψες κι άρχισες να γελάς , να γελάς και να φωνάζεις:
«Αιωνίως θα βρέχει»
«Αιωνίως θα βρέχει», Μαυρή μου κι η φύση θα σου γελά.
«Αιωνίως θα βρέχει», Φωτή μου. Τι κι ο ήλιος θέλει τη βροχή.
Η Περπερούνα η κόρη της βροχής σ’ ανέστησε Μαυρή μου.
Η Περπερούνα σου έδωσε το πρώτο σου φιλί.


Γιαννίκος Στρατής

Δεν υπάρχουν σχόλια: